Κάθε μέρα κι ένα μαρτύριο,
η ανάσα μου σκίζεται
σαν ύφασμα παλιό,
από λόγια που στάζουν κόψη
και μάτια παγωμένα,
δύο θραύσματα γυαλιού
που δεν καθρεφτίζουν πια κανέναν.
Καμιά φωτιά δεν με ζεσταίνει—
ούτε υπόσχεση,
ούτε αγκαλιά,
ούτε το μέλλον που κρέμασα
στο λαιμό σαν φυλαχτό
και τώρα σαπίζει,
βαρύ σαν πέτρα στο στήθος.
Χρόνια ολόκληρα ξοδεμένα
σε μια ελπίδα που τεντώθηκε
μέχρι να τρίζει,
σ’ έναν διάλογο χωρίς αντίλαλο.
Ήμουν μόνη από την αρχή;
Η καρδιά σου πάντα ξένη;
Πώς αντέχεις να με κοιτάς
χωρίς να ραγίζεις;
Η σιωπή σου γδέρνει τους τοίχους,
σταλάζει νύχτα μέσα στο δέρμα μου.
Κάθε βλέμμα σου
μια λεπίδα βουβή,
κάθε κίνηση
η απόδειξη ότι υπάρχω
μόνο για να υποφέρω.
Μαθαίνω να αναπνέω
μέσα στο κενό που άφησες,
να μετρώ τις ρωγμές στο πάτωμα
σαν προσευχή χωρίς Θεό.
Κι η πιο βαθιά πληγή
είναι το στόμα σου,
κλειστό—
η αλήθεια που δεν έρχεται ποτέ.