Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Νύχτα.

Και ήρθαν τα χέρια του και στρώσαν το κρεβάτι για ύπνο
και η απαλή σκοτεινή γλυκιά κουβέρτα του σκέπασε τις σκέψεις για να κοιμηθούν
και η μαύρη τρύπα ξαφνικά σταμάτησε να ρουφάει τα πάντα
σταμάτησε να τα κάνει ένα με το είναι της.
Γιατί παρηγοριά είναι το πέπλο της νυκτός
να μας σκεπάζει και τους δυο κάτω από το μαύρο σκέπαστρό της
μαζί αγκαλιά
να έχω να μοιράζομαι τα άστρα
με το άλλο μου μισό
να έχω να μοιράζομαι τον ύπνο
με τον υπόλοιπο γαλαξία.

Και ο ήλιος μπήκε και πάλι και εγώ συνεχίζω να γράφω
αλλά ας καούν τα μάτια μου από τις φλόγες εγώ θα συνεχίσω να γράφω
θα συνεχίσω να πιέζω το συναίσθημα να αποτυπωθεί με λέξεις όσο το δυνατόν περισσότερες γίνεται
γιατί πάντα κυνηγούσα το ακατόρθωτο
και θα συνεχίσω να το κυνηγάω μήπως και του πέσει κάτι στο δρόμο και το αρπάξω.
Αλλά ίσως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.
Εξάλλου
είσαι εδώ
και κρατάς την φλόγα αναμμένη.
Πάρε μου τα μάτια και δείξε μου αυτό που βλέπεις αν μπορείς
δεν τα χρειάζομαι για να σε βλέπω
δεν τα χρειάζομαι για να σε νιώθω
και να σε αγαπώ.
Δεν χρειάζομαι τον κόσμο παρόλο που έμαθα να ζω μέσα του.
Χρειάζομαι αυτό.
Αυτό.


Ήλιος.

Είναι άδειο το κρεβάτι γιατί να πέσω χωρίς την παρουσία σου
μια μέρα δεν είσαι εδώ και άδειασε και πάλι το μυαλό μου
τα τέρατα τα άφησε ανήμερα ελεύθερα να με φάνε.
Αλλά και μόνο στη σκέψη σου η πείνα τους σταματάει λίγο
ακόμα και όταν δεν είσαι εδώ 
και μόνο που υπάρχεις στη ζωή μου
τα ημερεύεις. 
Με ημερεύεις.

Τόσο λίγα λόγια που μπορούν να μου βγουν και 
τόσα πολλά που θέλω να σου πω μα
δεν βγαίνει τίποτα από το μυαλό μου που να μπορεί να μεταφραστεί
γιατί οι λέξεις δεν περιγράφουν τίποτα
τίποτα που να είναι αρκετό ώστε να νιώσω καλύτερα
ώστε να νιώσω πως είμαι ικανή να σε κάνω να το δεις από τα μάτια μου
και μα τι λέω σίγουρα γνωρίζεις τι εννοώ 
χωρίς καν να ολοκληρώσω την πρόταση.

Ήλιε της ζωής μου.

Αδιέξοδος.

 Θέλω να γράψω
το νιώθω.
 Το έχω ανάγκη να γράψω, το θέλω πολύ και μακάρι να μπορούσα να πω όσα θέλω σε τόσα λίγα λόγια, να τα θυμηθώ όλα και να μπορέσω να πάω επιτέλους για ύπνο.
Αλλά υποθέτω πως αυτό είναι αδύνατο.
 Είναι αδύνατο να βγάλω το βάρος που κρύβω στις σκέψεις μου τόσο εύκολα γιατί ούτε καν υπάρχει έξοδος για κάτι τόσο βαρύ και μεγάλο και η ζωή μου είναι μικρή και εύθραυστη μπροστά σε κάτι τέτοιο.
 Θέλω να γράψω για το πόσο ερωτευμένη είμαι, για το ότι βρήκα το άτομο που μου γεμίζει τις μπαταρίες μου και ξεφορτίζω πλέον αν δεν είναι εδώ, βρήκα το ναρκωτικό μου, για το πως είναι δυνατόν κάθε συνομιλία, κάθε λέξη κάθε κατάσταση να με οδήγησε σε αυτό το άτομο - το δικό μου - και στο πόσο οικεία είναι όλα μεταξύ μας.
 Θέλω να τραγουδήσω, να πετάξω χρώματα στον αέρα και να φτιάξω αφηρημένους πίνακες, να γράψω ιστορίες κι όμως δυστυχώς δεν ξέρω πως να τα βγάλω από μέσα μου όλα αυτά, είναι δύσκολο πράγμα η έκφραση και πρέπει να βρω το κλειδί.


Έχω χάσει το ταλέντο μου μάλλον, ή έστω ίσως να μην το είχα ποτέ.
Νιώθω σαν μουγκός ιστορικός ή σαν ζωγράφος χωρίς άκρα για να δημιουργήσω.

Και έπειτα οι μορφές, τα μαχαίρια, το κενό που σε ρουφάει μέχρι να μην μείνει στίγμα από το "είναι" σου. Χάθηκαν οι αφορμές για τέτοιες συζητήσεις και πλέον ο λαβύρινθος με τρώει και χάνομαι σε ένα σκοτεινό στενάκι σε μια γωνία ενός διαδρόμου μόνη.
Αλλά τι ξέρει ο κόσμος από μοναξιά αν δεν την κατανοήσει σε βαθύτερη έννοια.

Τα μάτια μου είπαν ψέματα, δεν μπορώ να δω τα πάντα.
Αρνούμαι τη φύση μου.
Αρνούμαι τη ζωή.
Αρνούμαι το ψέμα.

Και έτσι αφήνω την αγκαλιά μου ανοιχτή
για τον πατέρα θάνατο στο μέλλον.
Σαν όλους τους πατεράδες τους αγροίκους
έτσι και αυτός

θα κόβει το σκοινί από τη ζωή των παιδιών του.

Και δεν με πειράζει που είμαι εκτελεστής
ακόμα και οι άγγελοι δαίμονες θεωρούνται.
Ακόμα και οι δαίμονες άγγελοι υπήρξαν
και θεός δεν θα υπάρξω για καμία ζωή υποθέτω.

Παρασύρθηκα.
Γράφω τα ίδια.

Χάος και αστέρια.

Αναρωτιόμουν πάντα τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη μάσκα.
Τι μπορεί να κρύβεται κάτω από τη σάρκα,
κάτω από αυτή την επικάλυψη προσωπικότητας
κάτω από την ρηχή αντίληψη του κόσμου
τι μπορεί να κρύβεται άραγε.

Δεν είμαι το άτομο που θα ανοιχτεί στο άκυρο και θα γράψει μια σελίδα γεμάτη αλήθειες για άτομα που ούτε καν τους νοιάζει το αν ζω ή όχι, όσο και αν ήξερα πως με το να το κάνω θα μπορούσα να βοηθήσω έστω και λίγο κάποια ψυχή εκεί έξω να βγει από την παράνοια
αλλά δεν μπορεί να το κάνει ο εαυτός μου για μένα αυτό πόσο μάλιστα να το κάνει για κάποιον άλλο
η προσπάθεια μετράει όμως έτσι;

Και δεν είμαι το άτομο που θα φωνάξει σκέψεις στιγμής γιαυτό και ο γραπτός μου λόγος λειτουργεί σαν υπηρέτης μου πολύτιμος για μένα.
Την στιγμή που ο κόσμος θα γράψει πράγματα για να αναδείξει κρυμμένα ταλέντα και μεγαλεία εγώ θα γράψω για να ελευθερώσω κρυμμένες φοβίες, τρόμο, αγωνία και μια ανάγκη για ποιοτικό λόγο και αλήθεια μιας και η τέχνη στο λόγο σπανίζει στα μάτια μου, τι καλύτερο από το να κάνω μια απόπειρα να δολοφονήσω την σιωπή και την μουντή συνεχόμενη μουρμούρα πάνω σε κοινά θέματα.
Κοινά θέματα που αν και όχι τόσο συνηθισμένα στο λόγο στοιχειώνουν τον καθένα ίσως κατά βάθος.

Χρησιμοποιώ κάτι λίγα απ'όλα για να μετατρέπω το φαρμάκι που με λύσσα φτύνει το μυαλό μου τέτοιες ώρες σε μελάνι και να γράψω.
Σαν δαίμονας που ζει μέσα στα λόγια μου, αυτός γράφει αυτός με βασανίζει και έπειτα μόλις αποτυπωθούν όλα στο χαρτί χαλαρώνω μιας και έχει τοποθετηθεί πλέον στο κρεβάτι του για ύπνο.
Φοβάμαι τις απότομες αλλαγές αλλά οι αλλαγές είναι η ζωή η ίδια, μιας και η ζωή δεν έχει ομαλή πορεία, άρα φοβάμαι τη ζωή και γιαυτό δεν υπάρχει εξήγηση έτσι;
Δεν ξέρω όμως τι είμαι δεν ξέρω ποια είμαι, δεν ξέρω τον εαυτό μου που κάθε στιγμή αλλάζει προσωπείο και διάθεση, κυκλοθυμία, τρέλα, παράνοια ή αφοσίωση στον εαυτό που πάντα επιθυμούσα να έχω, τι κι αν όλα αυτά καταλήγουν σε ένα ψεύτικο προγραμματισμό που έχω θέσει εγώ για εμένα και δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα θέατρο, έναν ρόλο που δημιούργησα μόνη μου και διάλεξα να παίξω;
Οι σκέψεις επεκτείνονται.
Είναι τρομακτικό και ξέρεις πως δε θα ξαναζήσεις την ίδια στιγμή την ίδια κατάσταση ένα συναίσθημα το συναίσθημα είναι μάλλον και αυτό που προσπαθείς να κρατήσεις, εκείνο το συναίσθημα της στιγμής που γλιστράει τόσο γρήγορα και όμως σου αφήνει αυτή την μόνιμη γεύση στα χείλια που την θυμάσαι μια ζωή μα είναι και αυτό που σε τρομάζει μήπως δεν το ξαναγευτείς ποτέ ξανά.
Και ίσως τελικά να μην είμαστε όντως τίποτα παραπάνω πέρα από εικόνες που συνοδεύονται με συναισθήματα, καμβάδες που ή θα δείχνουν ένα άδειο προσωπείο, ή θα περιέχουν φτηνιάρικα θέματα, ή κάτι εμπορικό και αρεστό για τους άλλους ή κάτι ανεκτίμητο που φαντάζει με έργο τέχνης.
To θέμα είναι πως δεν ξέρω αν φοβάμαι περισσότερο το κενό της έλλειψης ή το κενό της απώλειας οπότε δεν γνωρίζω τι είναι προτιμότερο για μένα από τα δυο, θα αρκεστώ στην τύχη μιας και είναι οι κύριοι της καταστροφής και οι δυο και εγώ μια μαριονέτα της μοίρας θα επιλέξω τον χαοτικό εαυτό μου για οδηγό με τον αυτόματο πιλότο οδηγούμενο στο χάος.
αχ, και πόσο πονάει η πτώση.


Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Μαύρο κερί.

Μόνιμο χάος, μαυρίλα και σκέψεις.
Μια σπίθα ελπίδας στο σκοτάδι
αλλά πόσο να αντέξει σε μια αιωνιότητα.

Μια μέρα χωρίς το αγχολυτικό μου και νομίζω πως θα ανοίξει η γη και θα με καταπιεί
ή ακόμα χειρότερα πως θα γυρίσω στις μαύρες σκέψεις μου.
Προσπαθώ να πιαστώ και πάλι για λίγο από τις στιγμές
να ωφεληθώ από την ευκαιρία και να σκεφτώ πως ήμουν τις ώρες που καθόμουν μόνη
και με έτρωγε το σαράκι αργά και βασανιστικά
αλλά πραγματικά πέρα από το να σκέφτομαι πότε θα έρθει πάλι
το αγχολυτικό μου
δεν μπορώ να σκεφτώ και κάτι άλλο.
Ναρκωτικό.
Και είναι στιγμές που νιώθω πως έχασα τον εαυτό μου
αλλά τελικά το ξανασκέφτομαι
και πρώτη φορά νιώθω πως είμαι εγώ
χωρίς να προσπαθώ να γίνω το άτομο που θέλω
χωρίς να προσπαθώ να φτάσω την εικόνα που έχω στο μυαλό μου
για τον τέλειο εαυτό μου
απλά μένω εγώ, αυτό που είμαι
και με αυτό αρκούμαι αφού αρκείσαι εσύ
και είμαι ευτυχισμένη.


....


Είναι μερικά πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω
όπως για παράδειγμα
ο ατελείωτος φόβος που έχω για το μέλλον και
όσο και να προσπαθήσω να θάψω βαθιά μέσα μου
πάντα θα βρει τρόπο για να ξεθαφτεί
και να με τρομάξει.
Ο ατελείωτος φόβος πως ότι ζω δεν έχει νόημα και τίποτα ποτέ δεν θα έχει.
Ο φόβος πως αν καταφέρουν και μείνουν κάποια άτομα μέχρι το τέλος
αν θα με ακολουθήσουν ή αν θα είναι μαζί μου στην άλλη πλευρά
ή ακόμα και ο φόβος για το αν θα τους αναγνώριζα.

Ο φόβος για το ότι όλα είναι ένα όνειρο και θα ξυπνήσω
και πως ίσως και οι μικροί καθημερινοί φόβοι και ανασφάλειες που έχω κάθε μέρα
δεν είναι τίποτα μπροστά στο χάος που έρχεται έπειτα

φοβάμαι μήπως χάνω την ζωή μου φοβούμενη.

Φοβάμαι και δεν λέω αυτή τη λέξη συχνά γιατί καταγράφεται στο υποσυνείδητο.
Φοβάμαι να δώσω νόημα στη ζωή όμως
γιατί φοβάμαι μήπως δεν έχει.
Και αν έχει φοβάμαι μήπως και τη ζήσω
και έπειτα τα χάσω όλα.
Και μετά δεν ξέρω αν θα πρέπει να φοβάμαι το αν θα ξαναζήσω το ίδιο από την αρχή
ή μήπως το αν θα είμαι εγκλωβισμένη
μόνη
και δεν θα μπορώ να ζήσω τίποτα πλέον.

Σε πιανού την αγκαλιά θα καταλήξουμε,
σε κάποιου θεού από αυτούς που προσκυνάμε
στα χέρια μιας μάνας
ή μήπως στο απόλυτο τίποτα
χωρίς κανένα στοιχείο απ'όσα ζήσαμε
χωρίς κανέναν από αυτούς που αγαπήσαμε
χωρίς τον εαυτό μας που πασχίσαμε
να δημιουργήσουμε.

Και φοβάμαι.
Ω ναι, φοβάμαι.
Και ίσως θα χρειαστώ παραπάνω από το αγχολυτικό.
Τόσο που θα το τελειώσω.
Φοβάμαι.