Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Διχασμός και ύπαρξη.

 Είναι αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο αν είσαι ευλογημένος με το να είσαι δημιουργός ή αν είσαι ένα μοιραίο όργανο της φύσης, ένα αναγκαίο κακό που φέρνει κάτι οτιδήποτε στον κόσμο, για να του κάνουν κακό ή να πράξει το ίδιο κακό σε άλλους. Ο δημιουργός επιβάλλει απόψεις. Ο δημιουργός επιβάλλει ζωή και κίνηση. Το παίζει ένας μικρός θεός, είτε μιλάμε για μια ανθρώπινη οντότητα είτε μιλάμε για τον θεό τον ίδιο, αν υπάρχει κάτι τέτοιο εκεί έξω. Συνήθως η παραγωγή των λέξεων κάνει κακό πιστεύω μα σε αυτήν την περίπτωση θα περιορίσω λίγο τις απόψεις μου.
 Το να ζει κανείς είναι σαν να σε πετάνε σαν κούτσουρο μέσα σε μια απέραντη θάλασσα και να επιπλέεις χωρίς να ξέρεις που θα πας, μα ξέροντας πως κάποτε θα βουλιάξεις. Το κακό με το να βουλιάζεις ή το να χάνεσαι στο κενό, να καταστρέφεσαι είναι πως καταστρέφονται και οι αισθήσεις σου μαζί, τα συναισθήματά σου, το είναι σου, αυτό το "είναι" που μια ζωή από την στιγμή που γεννήθηκες και άρχισες να δημιουργείς εμπειρίες δημιούργησαν αυτό που είσαι, τις απόψεις σου, τα συναισθήματά σου, οπότε όταν χάσεις όλα αυτά δεν απομένει αυτό που είσαι για να υπάρχει κάτι να εκτιμήσει κάτι τόσο όμορφο όσο το τι θα μπορούσες να δεις κάτω από το νερό όσο θα βουλιάζεις. Ο νεκρός δεν έχει συναισθήματα, δεν έχει κίνηση, παρά μόνο την αποσύνθεση που δέχεται το νεκρό σώμα του από την ώρα που θα αποδημήσει για άγνωστα μέρη, για το άγνωστο μετά, ή ίσως ακόμα και το απόλυτο κενό. Μα ακόμα και η ψυχή να είναι αθάνατη δεν μας ενδιαφέρει καθόλου γιατί το "είναι" πεθαίνει. Το μυαλό σου που συλλέγει όλα τα ερεθίσματα και τις αναμνήσεις και πράττει ανάλογα θα πεθάνει μαζί με την καρδιά σου. Η ψυχή δεν έχει να κάνει με τα συναισθήματα, είναι απλά η ενέργεια, η κινητήριος δύναμη της ύλης σου. Αυτό που κάνει το μυαλό να δουλεύει για να υπάρχεις. Μετά ίσως υπάρξει ως κάτι άλλο, αλλά όχι ως "εσύ". Το κακό είναι πως προορίζεσαι για δημιουργία και πας αντίθετα σε αυτήν. Δεν την αναγνωρίζεις, σαν πρόγραμμα που δεν ανταποκρίνεται. Ποιος είναι ο σκοπός λοιπόν; Δεν γνωρίζω την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Εξάλλου, είναι αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο αν είσαι ευλογημένος με το να είσαι δημιουργός ή αν είσαι ένα μοιραίο όργανο της φύσης. Ένα αναγκαίο κακό που φέρνει κάτι οτιδήποτε στον κόσμο, για να του κάνουν κακό ή να πράξει ανάλογα σε αυτούς. Μια σκοπιμότητα ή ένα λάθος; Τι είναι χειρότερο από τα δύο; "Να ζει κανείς ή να μην ζει;" 
Η δουλειά μου είναι να δημιουργώ, ζωή ως γυναίκα, και το απαρνούμαι.
Η δουλειά μου είναι να δημιουργώ, έργο ως καλλιτέχνης, και το απαρνούμαι.
Η δουλειά μου δεν είναι όμως το να δημιουργώ, είναι η απόδειξη πως υπάρχω, και ακόμα και αν απαρνούμαι την ζωή θα δημιουργήσω έργο που πάει αντίθετα σε αυτήν.
Θα φωτίσω τα πιο σκοτεινά σημεία της και θα την ρεζιλέψω σαν ύπαρξη. Μιας και είναι ένα ψέμα που ρίζωσε πολύ. Μιας και δεν έχω υποχρέωση να υποστώ την ύπαρξη μου, δεν έχω υποχρέωση να πληρώσω τίμημα γι αυτήν. Και θα γελάω με το πτώμα της, ω, πόσο θα γελάω.
Το μεγαλύτερο αστείο αυτής της υπόθεσης όμως είναι ο ανύπαρκτος θεός κάποιων.
Αν υπάρχει εκεί έξω οντότητα που απαιτεί να αποκαλείται θεότητα εις βάρος του πόνου των υπολοίπων μόνο και μόνο διότι έχει την τύχη να μην έχει υποστεί την κατάρα της ύλης και της σάρκας, του ζητώ να με σκορπίσει στο διάστημα ή μέσα στο νερό βαθιά.
Αφού υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν έχει ανακαλύψει, ας γίνω ένα με αυτά, μήπως και κάποτε, σε κάποια ζωή νιώσω ολοκληρωμένη ύπαρξη.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

The one who is not, and her.

 The door opens. He was inside the room looking outside of the window. It was a cold winter day but the suns golden hour was making it seem like it was summer already.
She looked at him and touched his hands. A long time had already passed, and it felt like nothing had changed. He was wearing a hood and the only thing you could see clearly was his mouth. He seemed to be very pale like he was sick, but didnt looked sick at all.
"Its been so long!" she said happily while she came into the room. The temparature was quite cool even inside. His presense felt even colder though.
She stepped ahead. "I know how you feel." she whispered while looking out of the window and the sun showered her smiling face, while the look in her eyes seemed to be as calm as the sunlight was.
But he only looked the same. He wasn't really the person she knew before.
He stared at the window too but with a cold death stare, just like somebody had came and sucked his life out of his body. He didn't answered. Although he didn't pulled his hands away from her.
She tried to ignore the coldness of the moment and enjoyed the sunlight. She was there after all beside him. Next to the frozen man. Her man.
"I know how you felt about everything. There are some among us who understand. They know the feeling of being alone and inbetween." She lowered her eyes. "I know too about this feeling. But, hey, I am here, right?" she said, and tried to look into his eyes. His eyes suddenly glowed like shiny diamonds but he just lifted the hood to watch her with his strict glance.
"I am dead." He said. "I cannot feel anything. You don't understand anything and nobody can understand me." He turned to the window then. Her eyes filled with tears closed softly and she turned back at the door to leave. Before she steps away, she heard him whispering:
"You are much more alive. You feel, still."
She didn't turned back.
He lifted his head and continued looking outside.
Now it was snowing.
The snow was covering his grave with grace.





~~~
(I was listening to this while I wrote it. https://www.youtube.com/watch?v=Pkp7K1bi_zw)