Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Συνείδηση.

"Πάντα θα πληγώνεται κάποιος ότι και να γίνει. Σημασία έχει που είσαι καλά" είπε.
Τα μάτια του έλαμπαν.
Μα, τι όμορφα μάτια, σκέφτηκα. Δεν μιλάει πολύ και τα μάτια του λένε ιστορίες άπειρες.
"Και το άλλο που είπες ποιο ήταν? Α για την αγάπη. Κοίτα είναι δύσκολο πράγμα. Δεν είναι για όλους. Εσύ ξέρεις από αυτό, το βλέπω στα μάτια σου. Ακόμα κι αν δεν το εκτίμησε κανένας. Σου αξίζουν πολλά. Είσαι από αυτά τα λίγα άτομα που επειδή προσφέρουν και δίνονται τόσο, ο κόσμος τα φοβάται και φεύγει. Τα πληγώνει και τα καταριέται. Αλλά αξίζει να δίνεις σημασία? Προφανώς και όχι. Ο κόσμος δεν ξέρει. Ένα μάτσο παλιάτσοι είναι. Οι περισσότεροι είμαστε. Αλλά εσύ είσαι ορυκτό μοναδικό. "
Πρώτη φορά μιλούσε τόσο ωμά αλλά είχα προσηλωθεί. 
"Έχεις δίκιο, χαίρομαι που το διαπίστωσες και ευχαριστώ.." είπα. Και κοιτούσαμε μαζί την θέα. Πρώτη φορά πήγα σε ένα τόσο όμορφο μέρος. 
Φυσούσε. Και τόσο πολύ αγαπώ τον αέρα. Δεν μπορώ την λιακάδα. Εκτός βέβαια κι αν συνοδεύεται από καλές αναμνήσεις. Πάντα υπάρχουν και καλές αναμνήσεις μέσα στα σκουπίδια. 
"Θα κοπιάσεις για κάτι καλό αλλά θα έχεις την συνείδησή σου ήσυχη."
"Θα κοπιάσω...." σκέφτηκα. 
Αλλά αξίζουν οι αναμνήσεις εννοείται.

"Σε ευχαριστώ για την θέα και την όμορφη συζήτηση."

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Dont be afraid.

Άνοιξαν οι ουρανοί και εμφανίστηκε μια σκάλα. Κάτι μου έλεγε πως έπρεπε να την ακολουθήσω.
Ξεκίνησα να προχωράω προς τα πάνω. Ξάφνου εμφανίστηκε μια γυναικεία μορφή. Μου έμοιαζε πολύ νομίζω. Μόνο που αυτή είχε κέρατα, φτερά και κόκκινα μάτια. Μου έπιασε το χέρι και μου είπε "Μείνε μαζί μου." Της είπα ευγενικά "όχι" και συνέχισα το δρόμο μου. 
Στη συνέχεια βρήκα ένα παιδί, μου θύμισε απίστευτα τον εαυτό μου. Σε άσπρα ρούχα και κατάμαυρα μαλλιά με κοίταξε και με παρακάλεσε να μείνω. Του χαμογέλασα και το αποχαιρέτησα. Ξαφνικά βρήκα μια γριά πιο πάνω, φαινόταν φοβισμένη. Κρατούσε μια κλεψύδρα. Μου ζήτησε βοήθεια. Της έδειξα το δρόμο προς τα πάνω και την αποχαιρέτησα. Στο τέλος είδα τον φόβο τον ίδιο. Η μορφή του υποκειμενική όπως όλες. Του είπα πως δεν φοβάμαι και συνέχισα. Η σκάλα έμοιαζε τεράστια. Αλλά για κάποιο λόγο δεν κουράστηκα λεπτό. Συνέχισα το δρόμο μου ώσπου έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα. Δυο φύλακες δίπλα της στεκόταν που χαρακτηριστικά πέρα από φως δεν είχαν. Τους ρώτησα "που είμαι?" και άνοιξε η πόρτα. Δεν μιλούσαν, μονάχα στέκονταν εκεί αμίλητοι. Συνέχισα να περπατάω προς το φως πέρα από τις πύλες. Ώσπου είδα έναν φωτεινό άντρα που μονάχα ο μανδύας του φαινόταν, πλούσιος από φως. Με δυσκολία τον κοιτούσες. Με ρώτησε "Τι θέλεις στο βασίλειο των ουρανών?" και του είπα "Δεν γνωρίζω". Ξαφνικά η αύρα του ηρέμησε και μου έδωσε ένα κουτί με φως. Το άνοιξα και ξύπνησα σε ένα μέρος ήσυχο. Σταμάτησα να ανησυχώ για το αν θα με νιώσει κάποιος γιατί ήμουν ένα με τη φύση. Ήμουν στον αέρα και ταξίδευα. Δεν γνώριζα τίποτα άλλο πέρα από φως. Μακριά από δοχεία και ταλαιπωρημένες ψυχές. Δεν γνωρίζω τι απέγινα. Ένα όμως γνωρίζω. 
Δεν ήμουν πια στην κόλαση.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Καλώς μας βρήκες. Ήλιε.

Και ήρθε εκείνη η μέρα που περίμενα.
Σηκώθηκα αργά όπως πάντα μιας και τις νύχτες δεν κοιμάμαι.
Άνοιξα το παντζούρι και ήταν μέρα.
Μετά από τόσο καιρό ήταν επιτέλους μέρα.
Τα δάκρυα στα μάγουλά μου είχαν στεγνώσει και ο χειμερινός ήλιος τα φώτιζε πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου μου.
Μα τι ήταν αυτό? Ήταν χαμόγελο άραγε?
Ή μήπως ξεψυχούσα?
Ξαναζούσα. Ήταν μια άλλη ζωή αυτό.
Σαν φοίνικας άνθισα από τις στάχτες μου.
Και έγινα καλύτερο άτομο. Μου το είπαν και χθες, και προχθές μα εγώ δεν τους πίστεψα.
Μια ζωή ίδια μου φαινόμουν.
Ίσως τελικά η λιακάδα να φαίνεται σιγά σιγά πίσω από τα σύννεφα μου.
Μα, παντού έβλεπα χρώματα. Απογοητευμένα βέβαια, αλλά ήταν χρώματα.
Μου υπόσχονταν πολλά. Με αγκάλιαζαν ολόκληρη.
Μου ψιθύριζαν όμορφα λόγια.
Μου κράτησαν το χέρι και μου είπαν.
"Καλημέρα."
Και τότε το βάρος στην ψυχή μου εξαφανίστηκε.
Το φορτίο μίκρυνε κατά πολύ.
Και κάθε μέρα το νιώθω και πιο λίγο.
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται μικρή μου..
Είναι πολύ καλύτερα από αυτό που φαίνονται.
Ο φόβος είναι μέσα μας.
Και αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον εξαφανίσουμε.
Γιατί μόνο έτσι θα "ζήσεις."
Μόνο έτσι θα αγαπήσεις τον εαυτό σου πραγματικά.
Μονάχα αν νιώσεις πέρα από τα όριά σου.
Τα χρώματα.
Γύρω σου..
Κοίτα.

Και θα απαλύνουν το φορτίο σου για μια ακόμα φορά.