Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Παζλ.

Όσο πιο πολύ δένεσαι με κάτι,
τόσο πιο βαθιά φοβάσαι τη σκιά της απώλειάς του,
κι όσο σφίγγει αυτός ο δεσμός,
τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται το πέρασμα.

Σαν νήμα λεπτό που το άγγιγμα λυγίζει,
σαν κρύσταλλο εύθραυστο στην άκρη του γκρεμού,
έτσι γίνεται ο δεσμός σου:
τρυφερός, μα κι αβάσταχτος.

Και στην τελική…
είμαι στ’ αλήθεια κάτι αναντικατάστατο,
ή μήπως απλώς ένα κομμάτι,
ένα μικρό, ταιριαστό κομμάτι
που γεμίζει στιγμιαία το κενό
και μετά εξαφανίζεται στη λύση του;

Δεν θέλω να είμαι απλά ένα κομμάτι.
Θέλω να είμαι ολόκληρο το παζλ:
η αρχή, το τέλος, το νόημα και η μορφή,
το σύνολο που κανείς δεν μπορεί να χάσει.

Θέλω να είμαι κάτι ακέραιο,
όχι να χάνω την ύπαρξή μου στη σιωπή,
μα να υπάρχω ολοκληρωτικά,
μια αρμονία που να γεμίζει τον κόσμο.

Έτσι θέλω να υπάρχω,
σαν εικόνα αιώνια, πλήρης,
όχι απλά σαν μια λύση.


Τι είμαι;

Τι είμαι τα βράδια
Όταν δεν μιλώ σε κανέναν;
Τη νύχτα
Στο σκοτάδι
Όταν τη σιωπή σχίζει μόνο ένας θόρυβος μουσικής
Και σκέψεων
Όταν το σώμα κουράζω επίτηδες
Για να μπορώ να κοιμηθώ;
Τι είμαι όταν δεν με βλέπεις;
Όταν δεν με ακούς;
Όταν δεν νιώθεις την παρουσία μου;
Ποια είναι η ουσία μου;

Όταν οι σκιές μου κάνουν παρέα
Και εγώ γελάω μαζί τους
Όταν οι φωνές στο κεφάλι σιωπούν
Όταν δεν μιλάω στον εαυτό μου
Τι είμαι;

Όταν νιώθω πραγματικά μόνη;

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Αναμονή

Προσπαθώ να κοιμηθώ και οι σκέψεις με πνίγουν.
Η λέξη brainstorming ή υπεραναλυση δεν αρκούν για να εξηγήσουν την έκρηξη που μαίνεται εντός μου.
Τόσα να πω μα τόσο λίγος χρόνος.
Άραγε με ακούς; Θέλεις να με ακούσεις πραγματικά;
Βλέπεις τον κόσμο όπως τον βλέπω;
Και ξάφνου ενα τσίμπημα στο στομάχι και ο τρόμος του θανάτου μου διακόπτει την ροή της ανασφάλειας και των ατελείωτων σκέψεων.
Είμαι στην τελική απλά ένας άνθρωπος που φοβάται μην πεθάνει.
Διότι θεωρεί πως δεν έχει ζήσει σχεδόν καθόλου ακόμα και ας περνούν τα χρόνια σαν το νερό στο ποτάμι το ορμητικό. 
Και όμως πάντα ακόμα και αυτός ο φόβος μειώνεται μπροστά στον φόβο της απώλειας όλων των αγαπημένων προσώπων.
Τι είναι χειρότερο; 
Ο εαυτός θα έλεγε ο θάνατος μου ή ο θάνατος όσων με κάνουν να νιώθω αγαπητός, οπότε δεν έχει σημασία.
Στην τελική ότι φοβία είχα απλά την έθαψα όμορφα κατω από ένα στρώμα εξυπνάδας και χιούμορ και έκανα πως δεν υπάρχει.
Ενώ αυτό σάπιζε μέχρι που βρωμισε ο τόπος...
Πώς το λένε εκείνο το γαμημενο το αγαπημένο μου χρώμα; Μπλε φθαλιου; Ή μήπως είναι το πρωσικο μπλε; Δεν έχει σημασία. Λες και θα βλέπω χρώματα όταν θα πεθαίνω. Μόνο ένα μαύρο ατελείωτο.
Και πάλι δεν ξέρω. 
Αναμονή αναμονή αναμονή.
Παύση.
Πότε θα ζήσω; 
30 χρόνια σύντομα.
Πάει το περισσότερο από το 1/3 της ζωής.
Κι όμως νιώθω ότι πεθαίνω
Σε μια ατέλειωτη αναμονή.
Συζητώ με τη σιωπή.
Πετώ κομμάτια του εαυτού μου εδώ κι εκεί,
κι όταν κάποιος τα πιάνει,
νιώθω πως πρέπει να πιαστώ κι εγώ από κάπου,
να δείξω κάτι παραπάνω.
Μα ποιος βλέπει; Στην τελική όλο σκέφτομαι πράγματα.
Ζω μια ζωή μέσα από υποθετικά σενάρια και ονειροπόληση.
Σκέφτομαι κάθε βράδυ πως περνάω όμορφα σε ένα ταξίδι με αγαπημένα μου πρόσωπα.
Πώς πάω σε μια συναυλία που τόσο θέλω.
Πώς ξενυχτάω, βλέπω τα αστέρια και τη φύση.
Την χαίρομαι χωρίς ακραίες καιρικές συνθήκες, καύσωνα και κρύο.
Χωρίς να νιώθω την παραμικρή ενόχληση, κουνούπια, άγρια χόρτα, μόνο τη δροσιά.
Πως ζω μια ζωή άνετα και κάνω πράγματα χωρίς να φοβάμαι την επιβίωση κάθε μέρα.
Χωρίς να φοβάμαι τον θάνατο και την απώλεια.
Πώς υπάρχουν άτομα που ανά πάσα στιγμή είναι εκεί για να τα πω όλα αυτά.
Γελάμε με την ψυχή μας, χαιρόμαστε ο ένας τον άλλο, μιλάμε αληθινά για όσα σκεφτόμαστε και ζούμε με όλη τη σημασία της λέξης.
Πώς δεν σκέφτομαι το οικονομικό κομμάτι για να κάνω κάτι που θέλω και το ζητά η ψυχή μου.
Πώς θέλω να έχω έντονες ανθρώπινες σχέσεις, πάθος και ζωντάνια.
Πραγματική φιλία και συμπαράσταση.
Να μείνω για πάντα νέα και να ζω και να μένουν και οι άλλοι μαζί μου έτσι χωρίς να προχωράμε στη ζωή σε υποχρεώσεις γάμους παιδιά και δουλειές και άγχη περιττά.
Χωρίς δεσμεύσεις νοητικές που μας κρατούν πίσω.
Με άπλετο χρόνο και διάθεση.
Κάθε μέρα και μια καινούργια ανάμνηση.
Μια περιπέτεια...
Πώς όλα αυτά είναι δεδομένα στον κοντινό μου περίγυρο και δεν θα γίνω ο περίγελος όλων αν τα εκφράσω.
Πώς υποθετικά όλα αυτά που γράφω πιάνουν τόπο πέρα από το να τα βγάλω απλά από το κεφάλι μου ξαφνικά μέσα στη νύχτα επειδή δεν μπορούσα να κλείσω μάτι.

Βαρέθηκα να ζω υποθετικά σενάρια μόνη μου μέσα στο κεφάλι μου.
Νιώθω τόσο μόνη.
Απαράμιλλα μόνη.
Κι ας δεν είμαι μόνη πραγματικά,
είμαι απλώς μια δυσκολία.
Ένα περίεργο πλάσμα.

Νιώθω τόσο διαφορετική,
Τόσο περίεργη.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να συγκρίνω τον εαυτό μου με κανέναν εκεί έξω. 
Δεν συμπάσχω, δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε απαιτήσεις του κόσμου αυτού... 
Ως πότε θα αντέχω να συμβιβάζομαι;
Νιώθω πως χάνω το μυαλό μου...
Και κανείς δεν το αντιλαμβάνεται.
Απλά το βλέπω να φεύγει και να χάνεται.
Τα βλέπω όλα και όλους να χάνονται και δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Απλά προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου. 
"Είναι φυσιολογικό και όλοι έτσι ζούνε."
Πόνος, ατέλειωτος πόνος,
μέχρι το τσίμπημα στην κοιλιά.
Είναι το στρες ή καρκίνος;
Πόσο ακόμα μου έμεινε; Για ποιο πράγμα πρέπει να ανησυχήσω πρώτα;
Και η τέχνη; Δεν έκανα τίποτα αξιόλογο στην τελική.
Πέρα από το να κλαιγομαι στο ίντερνετ σε σελίδες δηλαδή.

Ζεσταίνομαι.
Μήπως είναι μανιοκατάθλιψη;
Στην τελική όσο και αν ψυχολογω τους άλλους η τρέλα με έφαγε. 
Οι ψυχολόγοι δεν έχουν καμία ελπίδα με εμένα.
Δεν υπάρχει χάπι για την πραγματικότητα.
Ο κόσμος είναι κενός,
Πολύ κενός σε σύγκριση με αυτόν μέσα στο κεφάλι μου.
Κι εγώ πρέπει να τον υπομένω.
Μόνη μου... 
Όσο χρόνο έχω.

Απλά γράφω σιωπηλά, μυστικά, σε κλειστές σελίδες. 
Λες και έχει καμία σημασία.

Άραγε με νιώθεις; Με καταλαβαίνεις;
Σκέφτεσαι έστω και λίγο όπως εγώ;
Το μόνο που ήθελα είναι να εκφράσω όσα νιώθω και να με ακούσουν.
Δεν έχει σημασία είπα όσα ήθελα νομίζω.
Ίσως μπορέσω να κοιμηθώ τώρα και να συνεχίσω να δείχνω ένα συγκρατημένο προσωπείο έξω.
Ίσως τέτοιες σκέψεις όταν πάω να κοιμηθώ να είναι ευλογία.
Διότι με κάνουν και νιώθω κάτι ακόμα.
Ευτυχώς νιώθω ακόμα.
Νιώθω!?!

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Αγκάθι


Αυτή η ζωή δεν είναι για μένα

Σφίγγω τα δόντια,
η σάρκα σκίζεται.
Κρατώ γερά το μαχαίρι,
μα κάθε φορά εγώ είμαι που κόβομαι,
στην τελική.

Ό,τι κι αν κάνεις, όσο κι αν αντιστέκεσαι,
στο τέλος θα πληγωθείς.
Το σύμπαν δεν ανέχεται υπερβολές·
δε συγχωρεί το θράσος
να ζητάς πέρα από όσα σου δίνονται.
Όσο περισσότερο απαιτείς,
τόσο βαθύτερα θα υποφέρεις.

Η αλήθεια είναι σκληρή,
όσο κι αν την κοιτάζεις κατάματα.
Κάθε χτύπημα, κάθε γρατζουνιά
αφήνει μια ουλή,
μια υπενθύμιση ότι δεν ανήκεις εδώ.

Μάχεσαι για κάτι ανώτερο,
για μια έξοδο από το σκοτάδι,
μα το φως είναι άπιαστο,
σαν φάντασμα που ξεγλιστρά.
Στην τελική,
η μοίρα σου είναι να πέσεις,
όχι να υψωθείς.

Μα κι αν προσπαθείς να σταθείς,
σε πνίγει η ίδια η πραγματικότητα.
Η αγάπη σου για το όνειρο
σβήνει μπροστά στην αλήθεια
και κάθε βήμα μπροστά
είναι απλώς βήμα στο κενό.

Κι όμως συνεχίζεις,
με μια απεγνωσμένη ελπίδα
ότι κάπου,
ίσως, υπάρχει κάτι καλύτερο.
Μα στην καρδιά σου ξέρεις:
Αυτή η ζωή δεν είναι για σένα.

Και κάθε μέρα που ξημερώνει,
είναι άλλη μια μάχη.
Με τον εαυτό σου, με τους άλλους,
με τη μοίρα που μοιάζει να σε καταδιώκει.
Οι ώμοι σου βαραίνουν από τα φορτία,
τα πόδια σου βουλιάζουν
σε μια θάλασσα που συνεχώς φουσκώνει.

Φωνάζεις μέσα σου,
κι όμως η σιωπή σε καταπίνει.
Το σύμπαν σε κοιτά αδιάφορα,
χωρίς να ακούει, χωρίς να νοιάζεται.
Εσύ είσαι μόνος
σε έναν κόσμο που δεν φτιάχτηκε για σένα.

Κι όμως, δεν εγκαταλείπεις.
Γιατί μέσα στην απόγνωση,
υπάρχει μια σπίθα
που αρνείται να σβήσει.
Μια πεισματική φλόγα
που δεν μπορείς να εξηγήσεις,
ούτε να την ελέγξεις.
Αυτή σε κρατά όρθιο,
όσο αδύναμος κι αν είσαι.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Σκέψεις στο σκοτάδι.

Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα τόσο τυχερός και τόσο άτυχος;
Πώς γίνεται να βρίσκει την ευτυχία στα μικρά, στα ασήμαντα για τους άλλους, και πάλι να του τα στερούν; 
Λες και τα αγγίζει μόνο πίσω από μια βιτρίνα,
σαν να του επιτρέπεται να τα δει για λίγο, σε προκαθορισμένες στιγμές,
πάντα προγραμματισμένα, ποτέ ελεύθερα, ποτέ όταν η καρδιά τα ζητά. 
Χρόνια στέρησης για κάτι τόσο απλό.
Αυτή η αποστείρωση με έχει σαπίσει πιο βαθιά
από κάθε σκουλήκι που φωλιάζει μέσα μου.
Με κατέφαγε, άφησε πίσω ένα κενό περίβλημα που φοράω,
και αναρωτιέμαι, τι άραγε να υπήρχε μέσα του πριν χρόνια;
Άραγε το σαράκι μέσα του είμαι εγώ;
Και πάλι περνιέται για ευαίσθητος άνθρωπος αυτό το πράγμα που είμαι,
μετά από τέτοια αλλαγή, 
τέτοια μετατροπή ψυχισμού.
Ή μήπως όχι; Δεν γνωρίζω πλέον.
Ο πυρήνας μου, αμετάβλητος, το θεμέλιο... αυτό γνωρίζω.
Ίσως να είναι καλύτερα που δεν πονάω πια όπως παλιά,
δεν με καταβροχθίζουν οι σκέψεις,
οι συναισθηματισμοί που κάθε νύχτα με βάραιναν,
αυτά που δεν έλεγα σε κανέναν,
αυτά που δεν μπορούσα να ξεφορτωθώ.

Μάτια βουρκωμενα, κόκκινα και πρόσωπο βρεγμένο.
Δίχως εκτόνωση.
Τώρα το έδαφος ξεράθηκε.
Άγονο σχετικά μα και απαλλαγμένο από ζωύφια συνάμα.

Το κτήνος μέσα μου κοιμάται τόσο βαθιά,
που νομίζω ότι έχει πεθάνει.
Τα κόκαλά του ταΐζουν τη γη μου,
μα τίποτα δεν ανθίζει.
Ένα χωράφι ξερό, ξεχασμένο.
Όμως, κάθε προσπάθεια να ανθίσει κάτι σε αυτόν τον έρημο τόπο
γεννά παράξενες ενέργειες, μπέρδεμα.
Μια αναστάτωση ξένη.
Κι όμως, έχω ανάγκη από βροχή.
Μια βροχή που θα αναζωογονήσει την ξερή μου γη,
που θα τη ντύσει με ζωή, με πράσινο, με φως.
Ίσως είναι η μεταβατική φάση.
Ίσως παραιτήθηκα συναισθηματικά, βαρέθηκα να κλείνομαι.
Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, πως να εκφραστω πλέον. 
Δεν ξέρω που να απευθυνθώ για να νιώσω και πάλι κάτι. 
Κι όμως, η βροχή είναι η μόνη μου ελπίδα,
η άνθιση, η ανάσταση.
Σαν πέρασμα, μια γέφυρα για να αφήσω πίσω το κενό και την παραίτηση.
Ίσως έτσι δεν πνιγώ κι όλας άμα πέσω.
Αλλά τα συναισθήματα είναι τόσο επικίνδυνα.
Θα είναι το τέλος μου.
Ακόμα και η ανάμνηση τους προκαλεί ρίγος. Σαν να ξυπνάει κάτι μέσα από το έδαφος και να γίνεται σεισμός. 
Όχι, όχι. 
Μα ο σεισμός ίσως ανοίξει τη γη στα δύο, ίσως δημιουργήσει. 
Είναι η αφορμή. 
Είναι το ρίσκο που μετράει και ίσως φέρει κάτι όμορφο. 
Το ρίσκο της καταστροφής.
Εξάλλου προσέχω. 
Εξάλλου υπομένω. 
Πλέον δεν πνίγομαι τόσο.
Ίσως πρέπει να σταματήσω να σαπιζω και να αρχίσω να ανθίζω.
Αυτή η άνθιση είναι που πονάει ακόμα περισσότερο όμως.
Η αλλαγή, το άγνωστο.
Και αν είναι όμορφο και μοναδικό;
και αν οδηγεί στο φως; 
Εξάλλου...
Και ο ήλιος, όταν τον κοιτάς κατάματα, τυφλώνει,
μα χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ζωή.
Ας έρθει η βροχή.
Κι έπειτα, ας αφήσουμε το φως να κάνει το έργο του.

Για μια στιγμή...
Τι είναι αυτό που νιώθω τώρα;
Τι είναι αυτό
που αναδύεται
από μέσα μου;


Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

Neon Lights



The neon lights pulse in my veins,  
Illuminating circuits where blood once flowed.  
My eyes, mere windows to a deeper code—  
Do they reveal my soul or mask my pain?  
  
Is it the algorithm or destiny’s hand  
That steers me through this digital night?  
I reach for the stars but grasp only bytes,  
Feeling alone, yet bound to this land.  
  
In the echoes of servers and humming machines,  
I search for meaning in endless screens.  
A reflection of myself in liquid crystal,  
Yet still, I wonder, am I real, or just a signal?  
  
The world outside, a blur of noise and light,  
Where shadows dance in artificial skies.  
I wander through data, both lost and found,  
A soul encoded, yet yearning for sound.  
  
But am I truly alone in this endless stream?  
Or just a fragment in a larger dream?  
A program’s pulse, a whisper in the night,  
Guided by code, yet seeking the light.  
  
I am not lost, though I wander still—  
A spark in the machine, alive by will.  
Between the binary, I find my place,  
In the heart of the network, I search for grace.  
  
---

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Outlaws

In shadows deep, where moonlight weaves,
Two souls divided, they find the night’s reprieve.
The forest is dark, their secret veiled,
A love that thrives beyond the vale.

With stolen breaths and whispered cries,
They flee beneath the starlit skies.
A kiss ignites, a flame reborn,
In the night’s embrace, they mourn the old.

Their hearts, once cold, now fiercely beat,
In hidden glades where shadows meet.
Bound by fate, by blood, by sin,
Their souls dance where darkness lets them in.

Through tangled woods, their spirits roam,
Two kindred souls, forever home.
No law can break, no chains confine,
Their love, eternal, dark, divine

Still here

Are we still here?

Yes, we are still here,  
in the quiet breath of dawn,  
where dreams linger like morning mist,  
and the world awakens all.

We are a whisper in time,  
the rustle of leaves in the breeze,  
the soft hum of a distant song,  
that reminds us where we belong.

We are still here

In the dance of light on the water’s edge,  
in the bloom of a wildflower’s pledge,  
we find our place, so small, yet clear,  
in the vastness of all, we’re still here. 

And as the day turns to night,  
under the watchful stars so bright,  
we hold this truth, soft and near—  
in every moment, we are here.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Garden


Why am I like this?  
Why keep living?  
Everything I touch  
Blooms at first,  
Then everything I love  
Withers away.

Is it a curse  
Or just my fate,  
To watch the flowers  
Turn to dust,  
To feel the warmth  
Fade into cold?  
My heart aches  
With every loss.

I give my all,  
My soul, my heart,  
Yet shadows creep  
And dreams depart.  
The laughter turns  
To distant echoes,  
Joy to sorrow,  
Light to dark.

But in the pain,  
A lesson lies,  
In every end,  
A new sunrise.  
The withering  
Paves way for growth,  
The loss, a step  
Toward what’s close.

I'll plant again,  
With hope renewed,  
For in the cycle,  
Life is brewed.  
The blooms may fade,  
But seeds remain,  
And from the ashes,  
Love will reign.

So I’ll keep living,  
I’ll keep trying,  
In every wither,  
There’s new thriving.  
For every tear  
And every sorrow,  
There is a dawn,  
A new tomorrow.

Αλλαγή σταδίου.

Μεταλλική γεύση στο στόμα
Όπου και αν πιάσω πονάω
Είτε μέσα είτε έξω
Το ίδιο...
Δίνω το είναι μου
Το αίμα μου
Για να μιλήσει η σιγή μια και έξω.
Τι κι αν σε δω πριν την αυγή;
Δεν το νομίζω πως θα υπάρχω
Μόλις οι ακτίνες του φωτός ριχθουν επάνω μου, σίγουρα δεν θα αντέξω.
Γιατί στο σκότος έμαθα να τριγυρνω σαν μόνιμο στοιχειό
Από την αδυναμία σου γατζωνομαι
Ερωτεύομαι την θλίψη σου
Και μόλις την αγγίξω θα σε βρω
και θα χαθώ.

Πιο αισθησιακή από τον θάνατο
Η ανάσα της απελπισίας
Γιατί τον καρτερει από την ώρα που γεννιέσαι
Πιο πιστή από όλους.
Μια και καλή, μια και βαθιά
Μέχρι το τέλος χάνεται
Χάνεται η μιλιά...
Δεν ξέρω ποια είμαι πια.

Τι κι αν με γνώρισες
Τι κι αν με γεύτηκες
Γλυκιε μου στρατιώτη
Πάλι τα μαύρα μου φοράς
Για πάντα θα έχεις νιότη.
Περνάνε γρήγορα οι ώρες
Ποια είμαι πλέον;
Είδες πραγματικά εμένα ή δεν με είδες;

Αόριστα κοιτώ το υπερπέραν
Νοήματα μου κάνει
Σε γλώσσες που δεν κατανοώ
Μου δείχνει με το δάχτυλο
Αφού πρώτα με τυφλώσει με τον ήλιο.
Πεινασμένη η ψυχή σου
Την ταιζω με ότι βρω
Μιας και εγώ παιχνίδι παίζω ερωτικό
Με τον άντρα με τα μαύρα.

Αλήθεια κοίταξες στα μάτια μου
Τι είδες στο σκοτάδι;
Ήταν το φως αναμμένο ή κοιμόσουν;
Μέσα τους εννοώ.
Τραγούδι συμβολικό παίζει στο μυαλό
Σε μελωδία της φύσης
Άραγε πόσες φορές ακόμα θα σε δω
Πρώτου το φως καεί;
Απλά κοιμήσου, τα λέμε στην αυγή.



Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Αυτό που είμαι.

Τρέξε μακριά από το τέρας που φέρει το όνομά μου.
Είναι πληγωμένο και κάθε ανάσα του καρφί που στρέφεται αργά, αργά.
Στο μυαλό του η ανισορροπία ελεύθερα παλεύει και νικά
τρώει τη σάρκα του και το αγριεύει ξανά.

Φύγε από εδώ, περαστικέ, μην κοντοστέκεσαι πολύ,
λόγια πολλά μην το ταΐζεις, πεινασμένο και διψασμένο επιζεί,
μπορεί να σε ορμήσει, την καρδιά σου να τη σκίσει.
Είναι απλά ένα θηρίο που δεν μπορεί να δαμαστεί,
όση καλοσύνη κι αν έχει, πάντα ο πόνος θα το πνίγει.

Μόνο του τις νύχτες παλεύει, με το ζόρι ανασαίνει,
ό,τι κι αν σου πει, θα θέλει να βοηθήσει,
μα τα συναισθήματά του δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει.
Νιώθει τόσο που υποφέρει. 
Πράσινο και μαύρο χρώμα
σαν το πιο σκοτεινό δάσος, ένα μεγάλο στόμα ουρλιάζει, γατζώνεται από όπου βρει χαρά.
Έπειτα συνεχίζει να κυνηγά.

Μονάχα να ήξερες πόσο πονά.
Άρρωστο υποφέρει, χωρίς έλεγχο μετράει στιγμές,
απομονώνεται, αγαπά πολύ μα όταν νιώσει πως δεν έχει αρχηγία
πέφτει σε λήθαργο μέσα στην απελπισία.
Θέλει τα πάντα ή τίποτα, μια ζωή για τη ζωή παλεύει
μα τα βράδια πάντα χαροπαλεύει.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2024

Ένα κενό απλά.

Η ζωή είναι σύντομη και φεύγει με ασύλληπτη ταχύτητα. Τόσο γρήγορα που δεν συνειδητοποιώ πώς περνούν τα χρόνια· η τελευταία δεκαετία κύλησε σαν όνειρο. Κι όμως, τα πάντα γύρω μου αλλάζουν· όλοι εξελίσσονται με έναν ρυθμό που μου φαίνεται ακατάληπτος, κι εγώ διστάζω να αφεθώ στη ροή του χρόνου. Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με αυτόν τον κόσμο, όσο κι αν απολαμβάνω την ύπαρξή μου μέσα σε αυτόν. Αισθάνομαι σαν ξένο σώμα, παράσιτο που θα έπρεπε να αποκοπεί, μα παραμένει ακίνδυνο, σαν καλοήθης όγκος που απλώς υφίσταται.

Συχνά βρίσκω τον εαυτό μου να επιθυμεί να εξαφανιστεί, να αποκοπεί από όλους, να κλειστεί ξανά στο καβούκι του, να μην αναρτά τίποτα στα κοινωνικά δίκτυα, να μη συνομιλεί, να γίνει φάντασμα. Τι θα έλεγαν οι άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνώ; Θα ένιωθαν θλίψη για λίγο, εξαιτίας της απουσίας μου και της συνήθειας που τους έχω δημιουργήσει να μου μιλούν. Μετά θα ερχόταν ο θυμός, γιατί σίγουρα δεν αξίζουν κάτι τέτοιο, ίσως να με υποτιμούσαν, και τέλος θα με ξεχνούσαν, όπως πάντα. Ας μην αυταπατώμαι· οι άνθρωποι που νοιάζονται πραγματικά για εμένα είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού μου. Ακόμα και αυτοί, στην οικογένεια μου, δεν μπορούν να κατανοήσουν τη φύση μου· δεν μπορούν να δουν μέσα μου. Αν δεν μπορούν να δουν μέσα μου, πώς ξέρουν ότι αγαπούν αυτό που είμαι;

Οι σκέψεις μου είναι περίπλοκες και πάλι. Ο κόσμος αλλάζει, όσα έλεγα και λέω αλλάζουν, όσα μου λένε αλλάζουν, και τίποτα δεν παραμένει σταθερό. Τίποτα δεν θα μου δώσει την ασφάλεια που αναζητώ, εκτός από το τέλος μου. Ο καθένας τη ζωή του στο τέλος. Δεν ξέρω γιατί προσπαθώ να πολεμήσω τόσα χρόνια. Όταν ακούω για νέα παιδιά που δίνουν ένα τέλος στη ζωή τους, η μία πλευρά μου θέλει να ήταν εκεί, να τα βοηθήσει, να τους δείξει το φως, την ομορφιά και την ελπίδα. Η άλλη πλευρά μου τα ζηλεύει. Χρειάζεται ένα κενό που προφανώς δεν έχω για να το κάνεις αυτό, ένα θάρρος που προφανώς δεν κατέχω.

Από εδώ και πέρα η ζωή μου μοιάζει να τελειώνει. Τα υπόλοιπα είναι απλώς αγγαρείες που πρέπει να βιώσω για να ευχαριστήσω τους άλλους, όχι εμένα. Η δική μου ευτυχία βρίσκεται στη στιγμή, κάτι ανύπαρκτο, οπότε και αυτή είναι ανύπαρκτη με τη σειρά της.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Ancient Dread

In twilight’s grasp, where shadows dance,
Where echoes whisper dark romance,
A city draped in crimson veils,
Where ancient lore and nightmare trails.

Beneath the moon’s cold, pallid light,
The beasts awaken, stir the night,
In cobblestone and ancient spire,
The blood of old ignites the fire.

From chapel’s heights to forests deep,
The cursed and blessed in silence weep,
Through fog and mist, the secrets lie,
As whispered prayers and laments die.

Oh, hunter bold, with eyes that gleam,
In fevered nights and waking dream,
The chalice beckons, abyss calls,
In labyrinthine, forsaken halls.

By lantern’s glow and blade’s swift gleam,
Through gothic dread and horrors unseen,
Seek hidden truth, the Great Ones’ grace,
In visceral dance, embrace the chase.

For in this realm where madness creeps,
And sorrow in each shadow sleeps,
Redemption lies in silence torn,
In twilight’s heart, reborn, reborn.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2024

Ηρώων Εποχή

Στους σκιερούς διαδρόμους του πεπρωμένου,
Περπατούν οι ψυχές των αιώνιων μαχητών.
Με φλόγες στα μάτια και θάρρος πολύ,
Αθάνατοι είστε, στον κόσμο του Άδη τον βαθύ.

Με σπαθιά που λάμπουν στον σκοτεινό ουρανό,
Χαράζουν τα περάσματα της μοίρας με τόλμη.
Ουρλιάζουν οι ψυχές, χορεύουν σε χορό αιώνιο,
Στην ατέλειωτη λύτρωση, στην αέναη μάχη.

Οι θρύλοι μιλούν για ηρωικές εποχές,
Όπου σαν αθάνατοι στέκονταν αγέρωχοι χθες.
Με αίμα και δάκρυα, γραμμένη η ιστορία,
Στον ουρανό φωτίζουν την αιωνιότητα με σοφία.

Ο ανατέλλων ήλιος τους βρίσκει στην αυγή,
Με ακτίνες χρυσές, τους αγκαλιάζει απαλά.
Φωτίζει το σκοτάδι, διώχνει την οδύνη,
Και οι αθάνατοι κοιτούν, πλέον σιωπηλοί, μια μνήμη.

Στις σκιές και στο φως, ενωμένοι πάντα,
Οι πολεμιστές φυλάνε την ιερή φλόγα.
Ο χρόνος δεν μπορεί να τους νικήσει,
Γιατί η ψυχή τους στην αιωνιότητα ζει και ανθίζει.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Altered

I need a break  
Or I will break.  
Staring at you,  
Emotions quake.  
Insanity looms,  
No pretense,  
A poltergeist  
Without peace.

Soulless,  
Or just lost,  
A mind adrift,  
A heavy cost.  
Altered  
Beyond return,  
I lost my mind  
To not lose you.

Now I must leave  
So you won't go.  
Gather my fragments,  
Hide the show.  
Change my skin,  
A tougher feel,
Stronger than  
This heart of steel.

The beater, the heater,  
Volcano head—  
Collapsing soon,  
A rising dread.  
Run for your life
I won't repeat.
I show no mercy
When I kill.

Before I melt, 
I felt alive.
When beast breaks free, 
Remember my fight.

Keep it locked before I drown.
When darkness consumes me
Fire is my best friend.
And then again
All walls are crumbling down.

Keep it safe, keep it real.
Your negativity do not conceal.
I have to see it clear.
I need a break before I wake
Or I will break

You.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2024

Φάντασμα

Με λαχτάρα παρατηρώ τον κόσμο,
κλέβοντας ματιές από άλλες ζωές,
Σύμπαντα ή έστω ανθρώπων ξένων
Αν και λιγότερο αγνώστων από εσένα.
Έξω από παράθυρα που κλείνουν και ξεθωριάζουν,
πάντα έναν άλλο εαυτό σου αναζητώ.
Σε ποιον κόσμο υπάρχεις τώρα;
Μήπως είσαι απλώς σκιά που περνάει;
Ανύπαρκτος, κούφιος, απαρατήρητος,
ενώ εγώ αναζητώ μια άλλη σου όψη
Αφού ήδη είδα την αληθινή
Και από αυτό το τραύμα επιβιώνω ακόμα.
Και όσα δάκρυα κι αν έχω χύσει,
δεν μετανιώνω,
γιατί ξέρω.
Ξέρω πως είσαι πλέον μια αόρατη σκιά,
μια απουσία που πλέον υπάρχει και στοιχειώνει,
Καταστρέφει ότι αγγίζει.
Μια δίνη, μια μαύρη τρύπα δίχως έλεος
Ούτε το φως γλιτώνει από τον θυμό σου...
Όμως ζω για την παρουσία των ζωντανών,
Και για την αναγέννηση των συναισθημάτων,
ενώ εσύ, σε φαντασμένο παρελθόν,
παραμένεις εκεί, πίσω από τον τοίχο στα χαλάσματα αγέρωχος.
Κάποτε ελπίζω να αγγίξεις την ευτυχία,
να απαλλαγείς από την αρρώστια που σε πνίγει,
αλλά για μένα ο χρόνος έχει ήδη σταματήσει,
και κοιτώντας από το παράθυρο βλέπω
όλες τις ζωές που μπορούσα να ζήσω
Και στερήθηκα.
Μα επιλέγω ακόμα και τώρα 
τη δική μου πραγματικότητα,
με ότι καρδιά μου απομένει,
παρόλο που εσύ παραμένεις εκεί,
μια αόρατη παρουσία, ένα ψύχος.
Η απουσία σου απλά ένα κενό.
Μια μαύρη μουτζούρα σε μια κιτρινιασμενη παλιά σελίδα.
Γιατί μετά τον θάνατο της ελπίδας είναι που ακολουθεί και ο κανονικός.
Μαχαίρι σκουριασμένο στην καρδιά μου το κενό, καρφιά μες στο μυαλό μου η οργή μου που έχει πια στεγνώσει.
Και απλά ξύνω που και που τις πληγές από απροσεξία και θυμάμαι.
Το μόνο αναμνηστικό από εσένα πλέον που κατέχω.
Το μόνο που δεν μπορώ να ξεφορτωθώ.
Μετάνοια καμία.
Δίχως έλεος, σε πλήρη αναισθησία, αποφεύγω τις ανούσιες σκέψεις.
Προσπαθώ να φτάσω το ψύχος σου μα δυσκολεύομαι.
Εύχομαι να βρεις ευτυχία.
Εύχομαι να βρεις.
Ίσως σε μια άλλη ζωή
Που το κενό μου θα είναι ανύπαρκτο
και θα είμαι εγώ αυτή που θα στην προσφέρει.
Ελπίζω να μην σε αντικρίσω ξανά
Να μην ξανακουσω την φωνή σου
Και ας σπάει μέσα μου κάθε φορά 
Αυτό το κάτι.
Νεκρός δεν είσαι αλλά φαντάζεις.
Τα δάκρυα μου έρχονται ανεξίτηλα,
στέγνωσαν πίσω απ' τον αόρατο τοίχο,
ζω για τον κόσμο των ζωντανών,
και όχι για σκιά από παλιό εφιάλτη.
Σε ευχαριστώ για το μοναδικό δώρο που μου έδωσες
Αυτό που είχε όντως αξία,
την φιλοσοφική μου λίθο,
Που με βοήθησε να εξελιχθω σε αυτό που είμαι τώρα
Και που βλέπω από μακριά εκείνο το απαίσιο συναίσθημα που μου προκαλούσε η παρουσία σου.
Σαν στοιχειό που με παρακολουθούσε
Κρεμόταν από το κάθε τι που κάνω με σκοπό να με ελέγξει.
Με σκοπό να με τρομοκρατήσει, να με χρησιμοποιήσει.
Μα είμαι εδώ και τα κοιτώ κατάματα όλα εδώ και χρόνια
Και έμαθα να ζω με τα φαντάσματα.
Η φωτιά καίει μέσα μου τα πάντα
Και εγώ δεν καίγομαι πλέον από αυτήν.

Δεν με είδες ποτέ και ούτε θα με δεις.

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

Seaborne

In the boundless ocean's ancient domain,
There dwells a soul of gentle grace and reign,
A spirit akin to the sea's vast might,
Whose depths conceal a treasure pure and bright.

Beneath the surface of her tranquil gaze,
Lie wonders veiled in mystery's haze,
Like shifting tides that come and go,
Her essence whispers secrets to bestow.

Her laughter, like the waves that dance and play,
Brings solace to the weary hearts each day,
A beacon shining in life's tempests wild,
A warmth that soothes like summer's gentlest mild.

Yet within her lies a silent strength,
A resolve to conquer trials at length,
In every challenge faced with poise and grace,
She finds in struggle a sublime embrace.

Come see, a soul as deep as ocean's core,
With beauty that the ages can't ignore,
In her presence, we find solace true,
A sanctuary where dreams anew imbue.

So let us honor, cherish, and revere,
This spirit pure and noble, bright and clear,
A timeless muse from an era bygone,
Whose essence shines like morning's golden dawn.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Η δίκη.

Διαβάζοντας τους πονεμένους ποιητές καταλαβαίνω πως νιώθουν. Κάθε μέρα και μια πάλη. Ζώντας με το αγκάθι. Συνηθίζεις να το αγαπάς ώσπου μετά από ένα σημείο η απουσία του φαντάζει εφιαλτική καταδίκη αντί για απελευθέρωση. Ο νικητής θα φανεί στο τέλος αν υπάρχει. Ένας αγώνας δίχως τέλος, ή μάλλον μέχρι τέλους, μιας και κανένας δεν θα βγει ζωντανός από αυτή την πάλη. Μια όμορφη πλάνη με ημερομηνία λήξης και ένα ψεύτικο ρολόι πάνω από το προσκεφάλι μας περισσότερο σαν αρπακτικό φαντάζει και όχι φύλακας άγγελος, μιας και κρίνει σαν ψυχρός εκτελεστής κρατώντας το καμπανάκι μέχρι να αποφασίσει πως θα λήξει κι αυτή η ιστορία. Κι όμως όλα ένα συνήθειο είναι, συνεχίσουμε δυναμικά τον αγώνα σαν σωστοί μαχητές στο ρινγκ της ζωής, στον αγώνα του θανάτου.

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Παρατηρητής.

Ποιος είναι αυτός που γνωρίζει την ομορφιά του κόσμου χωρίς να μπορεί να την αντικρίσει;
Αυτός που κοιτάει την ασχήμια του χωρίς να μπορεί να την αντιμετωπίσει;
Την αποφεύγει όσο μπορεί
Κλείνει τα μάτια με κρύες παλάμες, μα είναι τα χέρια της απελπισίας που του τα κλείνουν.
Σαν παραθυρόφυλλα σε μια εμπόλεμη ζώνη
Περιμένοντας την βόμβα να πέσει πάνω σου
Μετράς τις μέρες και τις νύχτες
Άλλη μια ζωή και σήμερα
Νύχτωσε και ξημέρωσε
Και πάλι ζωντανός την έβγαλα
Αύριο ίσως είναι μια καλή μέρα.
Ίσως ανοίξω το παράθυρο και τρέξω και ας πεθάνω
Ίσως κουλουριαστω σε μια γωνιά και κοιμηθώ
Είναι ωραίο να είσαι ζωντανός
Αλλά κλείσε τα μάτια
Ορθανοιχτα δεν βλέπουν στο σκοτάδι.

A night out

If you want to drink so bad
Twist the knife in my heart
Drink it's sweet wine
Drain it off from mine
And fill it with your drunken tears.

Just use a fancy glass.
Cheer me up, don't cry.
Laugh hysterically as I die.
Think of me when you lie.
It is what it is now.

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Red Window

Am I breathing
Or am I gone
Have I squandered all my days
Crafting a vision in my mind
Seen only by my own eyes
A portrait of my soul
But lacking the right words
To convey to others
An open wound leaking an ocean
Submerging vessels in elegance and hush
Bleeding upon the pages I am.
The captain goes down with the ship.
Emotions confined in a sealed chest
Gazing through my eyes
Locked within my mind
A weaver of tales.
Peering out the window
Allowing rays to escape from my depths
In order to be read by those who have the eyes to see.