Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

-Πως νιώθεις τώρα?
-Δεν ξέρω. Σαν να αιωρούμαι κατά κάποιο τρόπο.
-Αιωρείσαι που δηλαδή?
-Στο διάστημα, κάπως. Πάντως σίγουρα δεν πατάω σε έδαφος.
-Αυτό είναι καλό?
-Δεν ξέρω. Νιώθω περίεργα. Σαν να έσπασε το μοναδικό κομμάτι γης κάτω από τα πόδια μου και τώρα να είμαι απροστάτευτη.
 Σαν να αναγκάστηκα να ταξιδέψω σε άγνωστα μέρη που δεν ήθελα ξαφνικά από ανάγκη και μόνο.
 Σαν να προσπαθώ στην αγωνία μου και στην απογοήτευσή μου να μάθω να πετάω στο χάος.
 Να μάθω να βλέπω στο σκοτάδι γιατί έσβησε η φλόγα που κρατούσα με προσπάθειες αναμμένη.
-Μα δεν γίνεται να κρατάς κάτι τέτοιο μόνος σου. Πρέπει να κρατιέται και από την άλλη πλευρά, αλλιώς σβήνει.
-Σβήνει με τον πιο άσχημο τρόπο. Και μετά δεν ξέρω που πάει. Ίσως να αιωρείται κι αυτό..
-Και πως νιώθεις?
-Δεν ξέρω. Μπορώ να το περιγράψω αλλά σίγουρα δεν νιώθω όπως τότε..
-Όπως πότε?
-Όπως τότε που πέταξα για πρώτη φορά και μετά έπεσα απότομα στο πάτωμα.
 Και δυστυχώς πρέπει να βρω νέο έδαφος για να επιβιώσω γιατί κουράζομαι και φοβάμαι εδώ, είναι πολύ σκοτεινά για μένα.
-Μα εσύ πάντα ζούσες στις σκιές, γιατί να φοβάσαι το σκοτάδι. Το ξέρεις καλύτερα απ'τον καθένα. Το έζησες καλύτερα από τον καθένα. Την αβεβαιότητα...
-Είναι μεγάλο βάρος όμως ξέρεις.. Να τρέφεις συνέχεια το τέρας που κατοικεί μέσα σου για να μην βγει και τα κατασπαράξει όλα. Και στο τέλος...
-Στο τέλος τι?
-Να μην τρώγεσαι από το δικό σου τέρας, που του έριχνες ευθύνες μια ζωή, αλλά από τα τέρατα των άλλων.
-Άσχετο αλλά πως είναι το τέρας το δικό σου?
-Διψάει. Αργοπεθαίνει. Αλλά δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα μαζί του.
Περισσότερο τα τέρατα των άλλων με τρομάζουν γιατί δεν ξέρουν πως να τα χειριστούνε.
Τα τρέφουν υπερβολικά. Και μετά τους ταΐζουν πιο σημαντικά πράγματα, όπως ψυχές.
-Τα κατάφερες μέχρι εδώ μην σε απασχολεί.
-Δεν με απασχολεί για μένα, όλο και σε κάποιο έδαφος θα καταλήξω.
Γι αυτόν με απασχολεί.. αν όντως εννοούσε αυτά που έλεγε.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Η σκιά.

Μα πως βρέθηκε στο κρύο πάτωμα μονάχη της, έπιασε το παγωμένο πρόσωπό της και έβηξε, τρανταχτά μήπως κανένας την ακούσει.
Χαμογελούσε ειρωνικά. Τόσο ειρωνικά που θα έλεγε κανείς πως κέρδισε τον σατανά τον ίδιο, πως ήταν άτομο της νύχτας και των σκιών. 
Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να βγάλει άχνα από το στόμα της.
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς κρατούσε ένα σαπισμένο βιβλίο.
Ξαφνικά της έφυγε από τα χέρια και μούγκρισε θλιμμένα.
Τα μάτια της φαίνονταν ξερά από το κρύο, κατακόκκινα, λες και έκλαιγε για μέρες, κι όμως, δεν έκλαιγε.
Θλιμμένο βλέμμα είχε πάντως αυτό της το αναγνωρίζω. Υπέφερε, φαινόταν.
Σημάδια σε όλο της το σώμα είχε και φορούσε ένα σκισμένο μαύρο φόρεμα που θα μπορούσε να πει κανείς πως δέχτηκε επίθεση από άγρια θηρία.
Κοίταξε για άλλη μια φορά προς το βιβλίο.
Στη θέση του ένα κοριτσάκι ταλαιπωρημένο κλαμένο και κατατρομαγμένο.
Το κοίταξε με απάθεια και το πλησίασε. Το κορίτσι κοιτούσε φοβισμένο προς το μέρος της.
"-Όχι! Μην! Ήθελα μονάχα αθωότητα!" Ούρλιαξε.
Αυτή έκανε πως δεν το άκουσε και γύρισε προς τα πίσω. 
Αυτή τη φορά παράτησε το βιβλίο πίσω της.
Το κοριτσάκι έκλαιγε ασταμάτητα, με ένα ανατριχιαστικό κλάμα. Ένα κλάμα που διαπερνάει την ψυχή σου και σου κρατάει μια θέση στην κόλαση αν το αντέξεις.
Αυτή έπιασε το πρόσωπό της με τα χέρια της και ακούμπησε ξανά στο πάτωμα.
Βρώμικη, με μάτια κατακόκκινα δίχως βλέμμα ακριβές, παρατημένη.
 Εξάλλου ήταν πλάσμα της νύχτας και της μοναξιάς. Γιατί τα δάκρυα ήταν γι αυτούς που ήλπιζαν ακόμα. Το βιβλίο έμεινε στην λάσπη, το ίδιο βρώμικο με αυτήν, ενώ το κοριτσάκι χάθηκε κάπου εκεί έξω.
Αναγκάστηκε να το κάνει. Γιατί έπρεπε. Γιατί μεγάλωσε και ήταν θαρραλέα πλέον. Δεν έκλαιγε, δεν ήξερε τι θα πει αγνό και λευκό. Το σκότωσε για να επιβιώσει.
Το μόνο λευκό που γνώριζε ήταν αυτό του δωματίου, ή το λευκό της απώλειας, όποιο λευκό κι αν είναι αυτό. Εξάλλου η απώλεια δεν χαρακτηρίζεται, είναι απλά μια σκιά. Μια σκιά στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Ένας τρόπος για να δημιουργεί σημάδια στο σώμα της και ένας λόγος για να γελά ειρωνικά.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Απλά πέτα.

Τελικά είναι τόσο εύκολο να ανοίξεις τα φτερά σου άμα το θέλεις.
Το πρόβλημα είναι η υψοφοβία μονάχα. Βασικά δεν το εξέφρασα καλά.
Ο φόβος του να μην πέσεις εννοούσα. Το ύψος από μόνο του δεν μπορεί να σε τρομάξει, αλλά η σκέψη και μόνο στο ότι επρόκειτο να πέσεις σου φέρνει ίλιγγο.

Κάπως έτσι έπεσα κι εγώ προχθές και τους τρόμαξα όλους.
Και η πλάκα είναι πως ακόμα και τότε ονειρεύεσαι.

Και που λες, μια φοβία μπορεί να σε κάνει τόσο αδύναμο όσο δεν φαντάζεσαι,
αν όμως βάλεις το μυαλό σου σε μια σειρά και πεις:
"Τι πραγματικά θέλω? Τι πραγματικά έχω? Τι πραγματικά με ενοχλεί?" τότε μπορεί να καταλήξεις και σε ένα συμπέρασμα.
Τώρα λοιπόν που άνοιξα φτερά πρέπει να μάθω και να πετάω χωρίς να κοιτάω κάτω.
Αλλιώς τζάμπα προσπάθεια.

...Α, και που σαι?
Μην αφήσεις κανέναν να σου κόψει τα φτερά σου.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Σύγχρονες εντολές.

Στις μέρες μας πρέπει να φανείς δυνατή...
...μηχανή.
Να μην έχεις συναισθήματα.
Έτσι κάνουν οι ώριμοι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι ρομπότ της τεχνολογίας και της σύγχρονης εποχής.
Οι άντρες που είναι άντρες και όχι "κοριτσάκια που κλαίνε".
Μερικές φορές σε μια σχέση πρέπει να γίνεις ο άνδρας ακόμα κι αν είσαι γυναίκα.
Πρέπει να αντέξεις το βάρος, ακόμα κι αν η ψυχή σου δεν αντέχει στα βάρη.
Να πονέσεις, να αντέξεις πληγές, να αποκτήσεις ουλές και σημάδια.
Περισσότερο πόνο παρά χαρά θα βιώσεις στην προσπάθεια.
Γιατί η ζωή στις μέρες μας είναι επιβίωση και όχι ζωή.
Όλοι έτσι ζούνε λένε.
Μην ζητάς πολλά.
Ζητάς πολλά.
Πάρα πολλά.
Η ζωή δεν είναι για εσένα λυπάμαι, γύρνα το κεφάλι και μην είσαι αχάριστη.
Θα πρέπει να χαίρεσαι που έχεις ένα πιάτο να φας, ένα κρεβάτι να κοιμηθείς, ρούχα για να βάλεις και ένα χαρτί για να γράψεις.
Ή έναν υπολογιστή στα χρόνια μας.
Πλούσιος είσαι.
Δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί η ζωή σου.
Είσαι πολύ μικρός για να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα.
Άλλοι λένε πως πρέπει να ζήσεις τώρα που προλαβαίνεις όσο μπορείς.
Εγώ δεν θέλω να ζήσω έτσι.
Δεν θέλω να ζήσω.
Καθόλου.

Το λουλούδι.

Είμαι το λουλούδι στη δική σου γλάστρα
στο δικό σου παραθύρι
και περιμένω από σένα να με ποτίζεις
κάθε μέρα
με την αγάπη σου.
Να τραγουδάς για μένα  όμορφα
με λόγια γλυκά
και να με βάζεις το χειμώνα μέσα στην αγκαλιά σου
για να μην κρυώνω.
Γιατί αλλιώς θα μαραθώ
και δεν θα είμαι όμορφο πια για σένα.
Θα ανθίσω σε έναν κήπο άγριο
μαζί με άλλα άνθη μόνο μου
και πιθανόν να φαγωθώ
ή να χαθώ ξανά.
Γιαυτό να με φροντίζεις όσο ζω και ομορφαίνω
γιατί η ομορφιά δεν διαρκεί.
Καλύτερα στα χέρια σου ζεστά να αφήσω
την τελευταία μου πνοή
παρά σε κήπο άγριο και ξένο
μέσα στην κρύα τη βροχή.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Αν πιστεύεις στην φιλία στην οποία ο φίλος σου θα πέθαινε για σένα τότε δυστυχώς δεν έχεις φίλους.
Η φράση της βδομάδας. Και η φράση που στοιχειώνει το μυαλό μου, ή τουλάχιστον μια από αυτές, εδώ και χρόνια. Παντού με κυνηγάνε. Και ποτέ δεν φεύγουν από πάνω μου.
"Μήπως?" "Και τώρα τι?" "Και αν..?"
Όλοι είναι περίεργοι γύρω μου. Όλοι τους. Ή μήπως εγώ είμαι περίεργη?
Δεν καταλαβαίνω. Κανέναν.
Το μόνο που ξέρω είναι πως τίποτα δεν ξέρω, αν και νομίζω πως ένα άτομο στη ζωή μου που να με άκουγε περισσότερο από το να μιλάει και να ξέρει το σωστό και το πρέπει θα μου έκανε πολύ καλό.
Συνήθισα να ακούω μα ποτέ κανένας δεν ακούει εμένα. Το τι θέλω. Το τι αναζητώ.
Όλα είναι φυσιολογικά ή μη φυσιολογικά σε αυτόν τον κόσμο για όλους.
Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Τους σιχαίνομαι αλλά συγχρόνως τους λυπάμαι κι όλας. Έχω συνηθίσει να ζω ανάμεσά τους σαν ένα φάντασμα. Με παρηγορεί η παρουσία τους. Με ανησυχεί επίσης. Ίσως και να είναι καλύτερα που είναι εκεί έξω όλοι τους, τόσο κοντά μου μα τόσο μακριά μου. Με τρομάζουν όλοι. Δεν σκέφτονται απλά. Ή μήπως εγώ δεν σκέφτομαι απλά?
Μα εγώ τίποτα δεν γνωρίζω.
Και ότι ξέρω θέλω να το ξέρω μα κανένας τίποτα δεν ξέρει.
Και τίποτα δε θα μάθει.
Και είναι σκοτεινά εδώ και κρύο έχει μόνη μου κλεισμένη στο μυαλό μου προσπαθώ να βρω τον δρόμο ακόμα μήπως και βρω το φως μου.
Με προσπερνούν, με ξεχνούν, με κακολογούν.
Μα μην τους παρεξηγάς, δεν ξέρουν. Δεν γνωρίζουν.
Υποφέρουν και αυτοί μην το ξεχνάς.
Εγώ ανάμνηση είμαι, ένα γεγονός.
Για πάντα θα είμαι.
Και πάντα θα πλανιέμαι.
Μα τίποτα δεν ξέρω.

Δεν ξέρω τι κάνω.