Άνοιξαν οι ουρανοί και εμφανίστηκε μια σκάλα. Κάτι μου έλεγε πως έπρεπε να την ακολουθήσω.
Ξεκίνησα να προχωράω προς τα πάνω. Ξάφνου εμφανίστηκε μια γυναικεία μορφή. Μου έμοιαζε πολύ νομίζω. Μόνο που αυτή είχε κέρατα, φτερά και κόκκινα μάτια. Μου έπιασε το χέρι και μου είπε "Μείνε μαζί μου." Της είπα ευγενικά "όχι" και συνέχισα το δρόμο μου.
Στη συνέχεια βρήκα ένα παιδί, μου θύμισε απίστευτα τον εαυτό μου. Σε άσπρα ρούχα και κατάμαυρα μαλλιά με κοίταξε και με παρακάλεσε να μείνω. Του χαμογέλασα και το αποχαιρέτησα. Ξαφνικά βρήκα μια γριά πιο πάνω, φαινόταν φοβισμένη. Κρατούσε μια κλεψύδρα. Μου ζήτησε βοήθεια. Της έδειξα το δρόμο προς τα πάνω και την αποχαιρέτησα. Στο τέλος είδα τον φόβο τον ίδιο. Η μορφή του υποκειμενική όπως όλες. Του είπα πως δεν φοβάμαι και συνέχισα. Η σκάλα έμοιαζε τεράστια. Αλλά για κάποιο λόγο δεν κουράστηκα λεπτό. Συνέχισα το δρόμο μου ώσπου έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα. Δυο φύλακες δίπλα της στεκόταν που χαρακτηριστικά πέρα από φως δεν είχαν. Τους ρώτησα "που είμαι?" και άνοιξε η πόρτα. Δεν μιλούσαν, μονάχα στέκονταν εκεί αμίλητοι. Συνέχισα να περπατάω προς το φως πέρα από τις πύλες. Ώσπου είδα έναν φωτεινό άντρα που μονάχα ο μανδύας του φαινόταν, πλούσιος από φως. Με δυσκολία τον κοιτούσες. Με ρώτησε "Τι θέλεις στο βασίλειο των ουρανών?" και του είπα "Δεν γνωρίζω". Ξαφνικά η αύρα του ηρέμησε και μου έδωσε ένα κουτί με φως. Το άνοιξα και ξύπνησα σε ένα μέρος ήσυχο. Σταμάτησα να ανησυχώ για το αν θα με νιώσει κάποιος γιατί ήμουν ένα με τη φύση. Ήμουν στον αέρα και ταξίδευα. Δεν γνώριζα τίποτα άλλο πέρα από φως. Μακριά από δοχεία και ταλαιπωρημένες ψυχές. Δεν γνωρίζω τι απέγινα. Ένα όμως γνωρίζω.
Δεν ήμουν πια στην κόλαση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου