Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Όταν γνώρισα τον Έρωτα δεν ήταν τόσο ευγενικός.
Η παρουσία του με άγχωνε βλέπεις, με έκανε νευρική.
Δεν τον συμπαθούσα για να είμαι ειλικρινής.
Ήταν λες και ζούσε στον δικό του κόσμο. Λες και δεν τον καταλάβαινε κανένας.
Όλοι τον βλέπανε εχθρικά γιατί κατέστρεφε ψυχές. Κατέστρεφε τα πάντα.
Ότι πάσχιζε κάποιος να χτίσει αυτός το έριχνε κάτω για πλάκα αλύπητα.

Τοξότης ε; Το πρόβλεψα.
Και μαλώναμε συνέχεια.
Του άρεζε να χτυπάει πισώπλατα και εν ψυχρό μα με εμένα δεν είχε ταλέντο.
Βλέπεις δεν περνούσαν αυτά σε εμένα. Δεν μπορείς να σπάσεις κάτι τόσο σκληρό όσο η πέτρα.
Ότι κι αν κρύβει από κάτω αυτή η πέτρα τέλος πάντων.
Δεν μπορούσε να με πετύχει όσο κι αν προσπαθούσε.

Μια μέρα με παγίδεψε. Με έπιασε όταν δεν είχα τις άμυνες μου. Απροετοίμαστη.
Έπειτα μου έριξε και μετά θύμωσα και άρχισα να του φωνάζω.

Ποτέ μου δεν μου άρεζε να χάνω τον έλεγχο αν και γινόταν συχνά εκείνο τον καιρό.
Ειδικά όταν μου τον έπαιρναν από τα χέρια.
Με το ζόρι.

Μα είπα να δοκιμάσω. Οι άνθρωποι αλλάζουν πρόσωπο αν δεν τους δίνεις ευκαιρίες. Νιώθουν παγιδευμένοι και δεν ξέρουν πως να εκφραστούν.
Εξάλλου διαφυγή δεν υπήρχε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα που λένε.

Μιας και είχε φτερά αποφάσισα να πάω προς τον γκρεμό μαζί του. Και έτσι τον εμπιστεύτηκα.

Φυσικά γινόταν όλο και πιο καλός.
Άλλαξε, σταμάτησε να πληγώνει ανθρώπους. Κι εγώ το ίδιο.

Ο Έρωτας ήταν γλυκός κατα βάθος βλέπεις.
Μα ακόμα πιο γλυκός ήταν ο λόγος που τον έκανε γλυκό.

Η αγάπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου