Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

We were eternal.





Και ήταν στον παράδεισο και οι δυο.


Σε κάμπους ουτοπίας.
Στην αγκαλιά του ακούμπησε και δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της, τότε ευτυχίας.
"Μην με αφήσεις" του ψιθύρισε καθώς αυτός χάιδευε τα όμορφα μαλλιά της.
Ο αέρας δυνατά φυσούσε καθώς στα μάτια τον κοιτούσε.


"Μην με αφήσεις μόνη με τον εαυτό μου..."
του είπε, και σε λυγμούς ξέσπασε μετά στα πόδια του ακουμπώντας.


Και αυτός χαμογελούσε, δεν μιλούσε.
Λόγια η συζήτηση πλέον δεν χωρούσε.

Και η νύχτα ήρθε καλύπτοντας τους κάμπους με το γλυκό της πέπλο.
Και μόνη την κόρη βρήκε σκυφτή να κλαίει στο χώμα.
Άραγε δεν ήταν ο παράδεισος καλύτερος από όλα?
Ή μήπως ψέματα της είπανε και τα πάντα γύρω της είναι σε μαύρο χρώμα?

Και αυτός έφυγε, μόνη την άφησε να την τρώει η μοναξιά και η λύπη.
Λύπη που την σκίαζε βαθιά μες στην καρδιά της.

Ο αέρας ήταν πιο δυνατός και η βροχή είχε αρχίσει,
καλύπτοντας τα δάκρυα που από τα μάτια της βάλθηκε να χύσει. 
Κρύωσε ο καιρός, μαζί και η καρδιά της,
και πλέον πέτρωσε το μυαλό, φωνή δεν είχε η μιλιά της.

"Φοβάμαι" είπε ψιθυριστά κοιτώντας προς τα πάνω
και έπειτα έγειρε από την μια στο χώμα, έπεσε χάμω.

Δάκρυα έσταξαν πολλά από την θάλασσά της
και μέσα στη βροχή πέφτανε κάτω όλα μαζί.
Σαν ποτάμι που πηγάζει από τα εσώψυχα της,
έμοιαζε να ναι σαν πηγή μέσα στα σωθικά της.

"Πονάω" είπε και με το χέρι ακούμπησε το στήθος της βογκώντας.
Και ενώ στα χέρια της παλιά κρατούσε τον κόσμο όλο
ή τουλάχιστον έτσι πίστευε πως έκανε μα τα βράδια ξενυχτούσε,
ονειρεύοντας νεκρή και μόνη της μιλούσε.

"Φοβάμαι τον εαυτό μου" είπε, και σκέφτηκε εκείνον.
Που με ελπίδες την φόρτιζε και στο τέλος έφυγε μακρυά.
Ότι πάντα την φώτιζε δεν ζούσε πια.
Και την άφησε μόνη της να την τρώει το μαράζι
να την κυνηγάει ο πόνος της
ο εαυτός της να την τρομάζει.
να την βασανίζουν οι σκέψεις της.
Εκείνη την νυχτιά...
Δίχως παρηγοριά, καθώς ότι είχε το έδωσε και χάθηκε πια.

1 σχόλιο: