Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Αυτό ήταν. Ένοιωθε συντετριμμένη.
Σκεφτόταν πως η ζωή δεν έχει κανένα νόημα.
Ήταν μόνη όπως και να έχει.
Ξυπνούσε και ευχόταν να μην είχε ξυπνήσει.
Δεν είχε διάθεση για τίποτα.
Έβγαινε στο μπαλκόνι και σκεφτόταν τι καλά που θα ήταν να είχε το θάρρος να πέσει, να τα τελείωνε όλα και παράλληλα να δημιουργούσε και μια φορά έναν λόγο να μιλάνε όλοι γι αυτήν.
Να βρει έναν λόγο να την σκεφτεί κάποιος και να τρομάξει. Να νιώσει κάτι, έστω και λύπη γι αυτήν.
Θα ήταν ένας λόγος να ασχοληθεί για μία φορά ο κόσμος μαζί της. Να γυρίσει και να κοιτάξει. 
Και ίσως και να αναρωτηθεί για το πώς ένιωθε...
Έτσι κι αλλιώς τα όνειρα που βλέπει λένε πάντα την αλήθεια.
Όλο για πεσίματα από κτήρια μιλάνε.
Τι κι αν είναι αλήθεια?
Ακόμα και τα κοντινά της άτομα δεν την καταλάβαιναν.
Ακόμα και να την καταλάβαιναν δεν μπορούσαν να τη βοηθήσουν.
Δεν υπάρχει σωτηρία όταν δεν υπάρχει νόημα.
Η ζωή είναι ένας εφιάλτης για εκείνη.
Ποτέ δεν είχε αυτό που ήθελε.
Και ότι έχει θα το χάσει.
Τι σήμερα τι αύριο.
Δεν έχει σημασία.
Δεν έχει όρεξη να κάνει τίποτα πλέον βλέπεις. Να βγει έξω, να δει ανθρώπους.
Τους συχαίνεται. Τους συχαίνεται με όλη της την ψυχή.
Δεν έχουν ψυχή βλέπεις. Πράττουν ανάλογα χωρίς συναίσθημα.
Ο καιρός είναι χάλια. Πολύ ζεστός. Της κόβει την ανάσα.
Δεν έχει χρήματα να πάει πουθενά. Είναι παγιδευμένη στις σκέψεις της.
Ούτε άτομα να την καταλαβαίνουν έχει.
Το μόνο που την χαροποιεί είναι το σκυλάκι της που της κουνάει την ουρά όποτε το κοιτάζει και του ρωτάει γλυκά αν θα ήθελε να πάει βόλτα ή αν θα ήθελε να φάει, ενώ τα δάκρυα πέφτουν απαλά στα μάγουλά της.
Γέρικο είναι και φοβάται να μην το χάσει. Δεν είναι ωραίο να χάνεις μια αγνή συντροφιά που είχες για χρόνια.
Ο κόσμος δεν ξέρει από προβλήματα λέει.
Όντως δεν ξέρει.
Κοιτάζει να λύνει των άλλων ενώ έχει αυτός πρόβλημα και δεν το ξέρει.
Τουλάχιστον αυτή το ξέρει.
Το παραδέχεται.
Και η γνώση είναι κατάρα λέει.
Μακάρι να μην ήξερε τίποτα.
Οι χαζοί είναι αυτοί που ζηλεύει περισσότερο απ'όλους.
Μακάρι να είχε το θάρρος να πέσει.
Να πετάξει μια φορά σαν τα πουλιά που πάντα θαύμαζε.
Που πετάνε ελεύθερα.
Ας πετούσε σαν μια πεταλούδα που ζει μονάχα μια μέρα.
Και μετά ας πέθαινε.
Όλο τα ίδια και τα ίδια.
Καλοί ηθοποιοί οι γύρω της. Αυτή καθόλου.
Είναι παράξενο πως προσπαθεί να δείξει το πως νιώθει μήπως κάποιος ενδιαφερθεί να ανοίξει την ψυχή της, γιατί μονάχα λίγοι αξίζουν κάτι τέτοιο, αλλά κανένας δεν νοιάζεται να κοιτάξει κάτω από την μάσκα της.
Πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα.
Νιώθει ότι δεν αντέχει άλλο.
Ξεσπάει.
Άλλη μια μέρα πέρασε. Πόσες ακόμα άραγε? Δεν θα ήθελε να ξέρει.
Κανένας ειδικός ή "φίλος" ή γνωστός δεν βοηθάει.
Ο εαυτός της μπλόκαρε.
Η καρδιά της όμως χτυπάει.
Άγχος.
Πόνος.
Φόβος.
Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το τίποτα.
Δεν υπάρχει διέξοδος.
Τίποτα δεν της αρέσει.
Τίποτα δεν έχει νόημα.
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ.
ΤΙΠΟΤΑ.
ΤΙΠΟΤΑ.
ΤΙΠΟΤΑ.

....και ο κόσμος σκοτείνιασε και πάλι.......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου