Τι είναι άραγε η ύπαρξη.
Μια σταγόνα σε έναν απέραντο ωκεανό.
Μια στάλα από οξυγόνο στην ατμόσφαιρα.
Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως υπάρχει ζωή μέσα στην κινούμενη σάρκα σου.
Τι είναι το θαύμα που σε κάνει να κινείσαι, να μην είσαι ένα άψυχο αντικείμενο
μα να έχεις συναισθήματα, την αίσθηση του πόνου και αναμνήσεις, σκέψεις, προτιμήσεις.
Ποιος είσαι, τι είσαι;
Τι και αν δεν είσαι τίποτα;
Τι και αν αρνούμαι την ύπαρξη των πάντων, ακόμα και την δική μου;
Τι και αν η ζωή είναι μια στιγμή ευκαιρίας σε σκλαβοπάζαρο αιωνίων υπάρξεων στο σύμπαν
ένα σύμπαν τόσο μεγάλο για να χωρέσει η λογική μας που φτάνει στα όρια του παραλογισμού για εμάς.
Και τι με το "εμάς". Από πότε είμαστε "εμείς";
Από πότε μάθαμε να δαμάζουμε την φύση και να γνωρίζουμε το περιβάλλον μας;
Δεν ξέρουμε ούτε τον εαυτό μας.
Δεν γνωρίζουμε που κινούμαστε, πάρα μόνο κάνουμε βιαστικό βηματισμό χωρίς σταματημό μέχρι το τέλος του διαδρόμου.
Και ποιος ξέρει τι μας περιμένει εκεί.
Και ποια είμαι εγώ;
Ποιος ο λόγος της τραγικής μου ύπαρξης, είμαι εδώ σαν περαστικός, σαν ένα φάντασμα που στοίχειωνε για λίγο ένα σπίτι
και έπειτα έφυγε ταξίδι για νέους κόσμους, αφήνοντας πίσω ακόμα και τα μόνα επίκτητα του πράγματα - τις αναμνήσεις του.
Εδώ ρωτάω τον εαυτό μου - είμαι στον πάτο της λογικής μου; Έχω φτάσει στα όρια του παραλογισμού; Ή μήπως έχω πέσει στο χάος; Έχω φτάσει στα όρια της τρέλας;
Δεν μπορώ να γνωρίζω. Και γιατί να γνωρίζω εξάλλου, τι είμαι εγώ για να γνωρίζω;
Μα καθώς πέφτει το νερό στο σώμα μου από τα βουρκωμένα μάτια μου
ακόμα και το δάκρυ φεύγει, καθώς με ακουμπάει εξαϋλώνεται, εξατμίζεται και χάνεται στη στιγμή
όπως θα χαθούν όλα στο χρόνο.
Είναι τραγωδία το να νιώθεις τόσα πολλά
για την θνητότητά σου
και όμως είναι στιγμές που ένιωθα θεός
πως μπορώ να κάνω τα πάντα
θνητότητα όμως σε γενικό σύνολο
μιας και η γνώση είναι βάσανο
το να γνωρίζεις πως οδεύεις κάπου που δεν θες
και παρόλα αυτά να μην έχεις τον τρόπο για να καθησυχάσεις τον εαυτό σου
νιώθω μικρή και αβοήθητη μέσα σε ένα απέραντο χάος
σε έναν δρόμο που ακόμα και η πιο κοντινή ψυχή σε εμένα θα έχει άλλη πορεία που δεν θα συμπίπτει σε κάποια χρονική στιγμή με την δική μου, και
εκεί θα μείνω μόνη
θα χαθώ.
Και δεν θα έχω να μοιραστώ τίποτα με κανέναν.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο τρομακτικό απ'όλα.
Το να μην υπάρχει τίποτα που να μπορώ να μοιραστώ πλέον.
Και λένε πως για όλα υπάρχει μια πάθηση, ένας σύνδρομο για το κάθε μη επιτρεπτό από την κοινή λογική συναίσθημα που ίσως να έχεις.
Για κάθε επαναστατική σκέψη. Για κάθε άρνηση που παίρνεις να κάνεις κάτι.
Όλα δικαιολογούνται από έναν σύνδρομο.
Δικαίως παίρνω τον σύνδρομο της αντισυμβατικότητας λοιπόν και την επιδεικνύω με χαρά στους θεατές μου.
Γιατί στον κήπο μου πάντα θα ανθίζουν λουλούδια με αγκάθια, για αγκαθωτά στεφάνια,
σαρκοφάγα ποτισμένα με φαρμάκι.
Γιατί τον κήπο τον δικό μου
δεν θα τον πατήσει ανθρώπινο ποδάρι
όσο υπάρχω.
Και όταν δεν θα υπάρχω πλέον
και η θνητότητα με καταβάλει
ο κήπος μου θα γίνει δάσος
και μέσα του θα χαθώ
και πάλι.
Ως τότε
θα πιω στην υγειά της σαλεμένης μου λογικής
και στον πόνο που με κατέχει
για το σκοτεινό μέλλον.
Θα πιω στην υγειά του οδηγού μου
που έγινε οδηγός χωρίς να έχει φρένα.
Θα προσευχηθώ γιαυτόν ανάβοντας ένα κερί
βανίλια μυρωδιά
θεραπεία με τα αρώματα να κάνω
για να με βοηθήσει η στιγμή και πάλι να ξεχάσω
γιατί ξεκίνησα να γράφω
πάλι.
Μια σταγόνα σε έναν απέραντο ωκεανό.
Μια στάλα από οξυγόνο στην ατμόσφαιρα.
Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως υπάρχει ζωή μέσα στην κινούμενη σάρκα σου.
Τι είναι το θαύμα που σε κάνει να κινείσαι, να μην είσαι ένα άψυχο αντικείμενο
μα να έχεις συναισθήματα, την αίσθηση του πόνου και αναμνήσεις, σκέψεις, προτιμήσεις.
Ποιος είσαι, τι είσαι;
Τι και αν δεν είσαι τίποτα;
Τι και αν αρνούμαι την ύπαρξη των πάντων, ακόμα και την δική μου;
Τι και αν η ζωή είναι μια στιγμή ευκαιρίας σε σκλαβοπάζαρο αιωνίων υπάρξεων στο σύμπαν
ένα σύμπαν τόσο μεγάλο για να χωρέσει η λογική μας που φτάνει στα όρια του παραλογισμού για εμάς.
Και τι με το "εμάς". Από πότε είμαστε "εμείς";
Από πότε μάθαμε να δαμάζουμε την φύση και να γνωρίζουμε το περιβάλλον μας;
Δεν ξέρουμε ούτε τον εαυτό μας.
Δεν γνωρίζουμε που κινούμαστε, πάρα μόνο κάνουμε βιαστικό βηματισμό χωρίς σταματημό μέχρι το τέλος του διαδρόμου.
Και ποιος ξέρει τι μας περιμένει εκεί.
Και ποια είμαι εγώ;
Ποιος ο λόγος της τραγικής μου ύπαρξης, είμαι εδώ σαν περαστικός, σαν ένα φάντασμα που στοίχειωνε για λίγο ένα σπίτι
και έπειτα έφυγε ταξίδι για νέους κόσμους, αφήνοντας πίσω ακόμα και τα μόνα επίκτητα του πράγματα - τις αναμνήσεις του.
Εδώ ρωτάω τον εαυτό μου - είμαι στον πάτο της λογικής μου; Έχω φτάσει στα όρια του παραλογισμού; Ή μήπως έχω πέσει στο χάος; Έχω φτάσει στα όρια της τρέλας;
Δεν μπορώ να γνωρίζω. Και γιατί να γνωρίζω εξάλλου, τι είμαι εγώ για να γνωρίζω;
Μα καθώς πέφτει το νερό στο σώμα μου από τα βουρκωμένα μάτια μου
ακόμα και το δάκρυ φεύγει, καθώς με ακουμπάει εξαϋλώνεται, εξατμίζεται και χάνεται στη στιγμή
όπως θα χαθούν όλα στο χρόνο.
Είναι τραγωδία το να νιώθεις τόσα πολλά
για την θνητότητά σου
και όμως είναι στιγμές που ένιωθα θεός
πως μπορώ να κάνω τα πάντα
θνητότητα όμως σε γενικό σύνολο
μιας και η γνώση είναι βάσανο
το να γνωρίζεις πως οδεύεις κάπου που δεν θες
και παρόλα αυτά να μην έχεις τον τρόπο για να καθησυχάσεις τον εαυτό σου
νιώθω μικρή και αβοήθητη μέσα σε ένα απέραντο χάος
σε έναν δρόμο που ακόμα και η πιο κοντινή ψυχή σε εμένα θα έχει άλλη πορεία που δεν θα συμπίπτει σε κάποια χρονική στιγμή με την δική μου, και
εκεί θα μείνω μόνη
θα χαθώ.
Και δεν θα έχω να μοιραστώ τίποτα με κανέναν.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο τρομακτικό απ'όλα.
Το να μην υπάρχει τίποτα που να μπορώ να μοιραστώ πλέον.
Και λένε πως για όλα υπάρχει μια πάθηση, ένας σύνδρομο για το κάθε μη επιτρεπτό από την κοινή λογική συναίσθημα που ίσως να έχεις.
Για κάθε επαναστατική σκέψη. Για κάθε άρνηση που παίρνεις να κάνεις κάτι.
Όλα δικαιολογούνται από έναν σύνδρομο.
Δικαίως παίρνω τον σύνδρομο της αντισυμβατικότητας λοιπόν και την επιδεικνύω με χαρά στους θεατές μου.
Γιατί στον κήπο μου πάντα θα ανθίζουν λουλούδια με αγκάθια, για αγκαθωτά στεφάνια,
σαρκοφάγα ποτισμένα με φαρμάκι.
Γιατί τον κήπο τον δικό μου
δεν θα τον πατήσει ανθρώπινο ποδάρι
όσο υπάρχω.
Και όταν δεν θα υπάρχω πλέον
και η θνητότητα με καταβάλει
ο κήπος μου θα γίνει δάσος
και μέσα του θα χαθώ
και πάλι.
Ως τότε
θα πιω στην υγειά της σαλεμένης μου λογικής
και στον πόνο που με κατέχει
για το σκοτεινό μέλλον.
Θα πιω στην υγειά του οδηγού μου
που έγινε οδηγός χωρίς να έχει φρένα.
Θα προσευχηθώ γιαυτόν ανάβοντας ένα κερί
βανίλια μυρωδιά
θεραπεία με τα αρώματα να κάνω
για να με βοηθήσει η στιγμή και πάλι να ξεχάσω
γιατί ξεκίνησα να γράφω
πάλι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου