Προσπαθώ μανιωδώς να αγαπήσω αυτό το μιασμένο είδος που αποκαλείται ανθρωπότητα. Με απωθεί συνεχώς, με αηδιάζει αλλά κατά τ άλλα πάντα με κάνει να το λυπάμαι και να θέλω να το βοηθήσω σαν ένα λασπωμένο ξεσκισμένο κουκλάκι μέσα στη βροχή. Μετά σκέφτομαι, τα κουκλάκια δεν έχουν ψυχή. Ποτέ δεν ξέρεις όμως τι μπορείς να κάνεις με λίγη αγάπη. Και ίσως, ίσως να τραφείς από την ίδια αγάπη που έδωσες αργότερα.
Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014
Συνείδηση.
"Πάντα θα πληγώνεται κάποιος ότι και να γίνει. Σημασία έχει που είσαι καλά" είπε.
Τα μάτια του έλαμπαν.
Μα, τι όμορφα μάτια, σκέφτηκα. Δεν μιλάει πολύ και τα μάτια του λένε ιστορίες άπειρες.
Μα, τι όμορφα μάτια, σκέφτηκα. Δεν μιλάει πολύ και τα μάτια του λένε ιστορίες άπειρες.
"Και το άλλο που είπες ποιο ήταν? Α για την αγάπη. Κοίτα είναι δύσκολο πράγμα. Δεν είναι για όλους. Εσύ ξέρεις από αυτό, το βλέπω στα μάτια σου. Ακόμα κι αν δεν το εκτίμησε κανένας. Σου αξίζουν πολλά. Είσαι από αυτά τα λίγα άτομα που επειδή προσφέρουν και δίνονται τόσο, ο κόσμος τα φοβάται και φεύγει. Τα πληγώνει και τα καταριέται. Αλλά αξίζει να δίνεις σημασία? Προφανώς και όχι. Ο κόσμος δεν ξέρει. Ένα μάτσο παλιάτσοι είναι. Οι περισσότεροι είμαστε. Αλλά εσύ είσαι ορυκτό μοναδικό. "
Πρώτη φορά μιλούσε τόσο ωμά αλλά είχα προσηλωθεί.
Πρώτη φορά μιλούσε τόσο ωμά αλλά είχα προσηλωθεί.
"Έχεις δίκιο, χαίρομαι που το διαπίστωσες και ευχαριστώ.." είπα. Και κοιτούσαμε μαζί την θέα. Πρώτη φορά πήγα σε ένα τόσο όμορφο μέρος.
Φυσούσε. Και τόσο πολύ αγαπώ τον αέρα. Δεν μπορώ την λιακάδα. Εκτός βέβαια κι αν συνοδεύεται από καλές αναμνήσεις. Πάντα υπάρχουν και καλές αναμνήσεις μέσα στα σκουπίδια.
"Θα κοπιάσεις για κάτι καλό αλλά θα έχεις την συνείδησή σου ήσυχη."
"Θα κοπιάσω...." σκέφτηκα.
Αλλά αξίζουν οι αναμνήσεις εννοείται.
"Σε ευχαριστώ για την θέα και την όμορφη συζήτηση."
Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014
Dont be afraid.
Άνοιξαν οι ουρανοί και εμφανίστηκε μια σκάλα. Κάτι μου έλεγε πως έπρεπε να την ακολουθήσω.
Ξεκίνησα να προχωράω προς τα πάνω. Ξάφνου εμφανίστηκε μια γυναικεία μορφή. Μου έμοιαζε πολύ νομίζω. Μόνο που αυτή είχε κέρατα, φτερά και κόκκινα μάτια. Μου έπιασε το χέρι και μου είπε "Μείνε μαζί μου." Της είπα ευγενικά "όχι" και συνέχισα το δρόμο μου.
Στη συνέχεια βρήκα ένα παιδί, μου θύμισε απίστευτα τον εαυτό μου. Σε άσπρα ρούχα και κατάμαυρα μαλλιά με κοίταξε και με παρακάλεσε να μείνω. Του χαμογέλασα και το αποχαιρέτησα. Ξαφνικά βρήκα μια γριά πιο πάνω, φαινόταν φοβισμένη. Κρατούσε μια κλεψύδρα. Μου ζήτησε βοήθεια. Της έδειξα το δρόμο προς τα πάνω και την αποχαιρέτησα. Στο τέλος είδα τον φόβο τον ίδιο. Η μορφή του υποκειμενική όπως όλες. Του είπα πως δεν φοβάμαι και συνέχισα. Η σκάλα έμοιαζε τεράστια. Αλλά για κάποιο λόγο δεν κουράστηκα λεπτό. Συνέχισα το δρόμο μου ώσπου έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα. Δυο φύλακες δίπλα της στεκόταν που χαρακτηριστικά πέρα από φως δεν είχαν. Τους ρώτησα "που είμαι?" και άνοιξε η πόρτα. Δεν μιλούσαν, μονάχα στέκονταν εκεί αμίλητοι. Συνέχισα να περπατάω προς το φως πέρα από τις πύλες. Ώσπου είδα έναν φωτεινό άντρα που μονάχα ο μανδύας του φαινόταν, πλούσιος από φως. Με δυσκολία τον κοιτούσες. Με ρώτησε "Τι θέλεις στο βασίλειο των ουρανών?" και του είπα "Δεν γνωρίζω". Ξαφνικά η αύρα του ηρέμησε και μου έδωσε ένα κουτί με φως. Το άνοιξα και ξύπνησα σε ένα μέρος ήσυχο. Σταμάτησα να ανησυχώ για το αν θα με νιώσει κάποιος γιατί ήμουν ένα με τη φύση. Ήμουν στον αέρα και ταξίδευα. Δεν γνώριζα τίποτα άλλο πέρα από φως. Μακριά από δοχεία και ταλαιπωρημένες ψυχές. Δεν γνωρίζω τι απέγινα. Ένα όμως γνωρίζω.
Δεν ήμουν πια στην κόλαση.
Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014
Καλώς μας βρήκες. Ήλιε.
Και ήρθε εκείνη η μέρα που περίμενα.
Σηκώθηκα αργά όπως πάντα μιας και τις νύχτες δεν κοιμάμαι.
Άνοιξα το παντζούρι και ήταν μέρα.
Μετά από τόσο καιρό ήταν επιτέλους μέρα.
Τα δάκρυα στα μάγουλά μου είχαν στεγνώσει και ο χειμερινός ήλιος τα φώτιζε πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου μου.
Μα τι ήταν αυτό? Ήταν χαμόγελο άραγε?
Ή μήπως ξεψυχούσα?
Ξαναζούσα. Ήταν μια άλλη ζωή αυτό.
Σαν φοίνικας άνθισα από τις στάχτες μου.
Και έγινα καλύτερο άτομο. Μου το είπαν και χθες, και προχθές μα εγώ δεν τους πίστεψα.
Μια ζωή ίδια μου φαινόμουν.
Ίσως τελικά η λιακάδα να φαίνεται σιγά σιγά πίσω από τα σύννεφα μου.
Μα, παντού έβλεπα χρώματα. Απογοητευμένα βέβαια, αλλά ήταν χρώματα.
Μου υπόσχονταν πολλά. Με αγκάλιαζαν ολόκληρη.
Μου ψιθύριζαν όμορφα λόγια.
Μου κράτησαν το χέρι και μου είπαν.
"Καλημέρα."
Και τότε το βάρος στην ψυχή μου εξαφανίστηκε.
Το φορτίο μίκρυνε κατά πολύ.
Και κάθε μέρα το νιώθω και πιο λίγο.
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται μικρή μου..
Είναι πολύ καλύτερα από αυτό που φαίνονται.
Ο φόβος είναι μέσα μας.
Και αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον εξαφανίσουμε.
Γιατί μόνο έτσι θα "ζήσεις."
Μόνο έτσι θα αγαπήσεις τον εαυτό σου πραγματικά.
Μονάχα αν νιώσεις πέρα από τα όριά σου.
Τα χρώματα.
Γύρω σου..
Κοίτα.
Και θα απαλύνουν το φορτίο σου για μια ακόμα φορά.
Σηκώθηκα αργά όπως πάντα μιας και τις νύχτες δεν κοιμάμαι.
Άνοιξα το παντζούρι και ήταν μέρα.
Μετά από τόσο καιρό ήταν επιτέλους μέρα.
Τα δάκρυα στα μάγουλά μου είχαν στεγνώσει και ο χειμερινός ήλιος τα φώτιζε πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου μου.
Μα τι ήταν αυτό? Ήταν χαμόγελο άραγε?
Ή μήπως ξεψυχούσα?
Ξαναζούσα. Ήταν μια άλλη ζωή αυτό.
Σαν φοίνικας άνθισα από τις στάχτες μου.
Και έγινα καλύτερο άτομο. Μου το είπαν και χθες, και προχθές μα εγώ δεν τους πίστεψα.
Μια ζωή ίδια μου φαινόμουν.
Ίσως τελικά η λιακάδα να φαίνεται σιγά σιγά πίσω από τα σύννεφα μου.
Μα, παντού έβλεπα χρώματα. Απογοητευμένα βέβαια, αλλά ήταν χρώματα.
Μου υπόσχονταν πολλά. Με αγκάλιαζαν ολόκληρη.
Μου ψιθύριζαν όμορφα λόγια.
Μου κράτησαν το χέρι και μου είπαν.
"Καλημέρα."
Και τότε το βάρος στην ψυχή μου εξαφανίστηκε.
Το φορτίο μίκρυνε κατά πολύ.
Και κάθε μέρα το νιώθω και πιο λίγο.
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται μικρή μου..
Είναι πολύ καλύτερα από αυτό που φαίνονται.
Ο φόβος είναι μέσα μας.
Και αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον εξαφανίσουμε.
Γιατί μόνο έτσι θα "ζήσεις."
Μόνο έτσι θα αγαπήσεις τον εαυτό σου πραγματικά.
Μονάχα αν νιώσεις πέρα από τα όριά σου.
Τα χρώματα.
Γύρω σου..
Κοίτα.
Και θα απαλύνουν το φορτίο σου για μια ακόμα φορά.
Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013
-Πως νιώθεις τώρα?
-Δεν ξέρω. Σαν να αιωρούμαι κατά κάποιο τρόπο.
-Αιωρείσαι που δηλαδή?
-Στο διάστημα, κάπως. Πάντως σίγουρα δεν πατάω σε έδαφος.
-Αυτό είναι καλό?
-Δεν ξέρω. Νιώθω περίεργα. Σαν να έσπασε το μοναδικό κομμάτι γης κάτω από τα πόδια μου και τώρα να είμαι απροστάτευτη.
Σαν να αναγκάστηκα να ταξιδέψω σε άγνωστα μέρη που δεν ήθελα ξαφνικά από ανάγκη και μόνο.
Σαν να προσπαθώ στην αγωνία μου και στην απογοήτευσή μου να μάθω να πετάω στο χάος.
Να μάθω να βλέπω στο σκοτάδι γιατί έσβησε η φλόγα που κρατούσα με προσπάθειες αναμμένη.
-Μα δεν γίνεται να κρατάς κάτι τέτοιο μόνος σου. Πρέπει να κρατιέται και από την άλλη πλευρά, αλλιώς σβήνει.
-Σβήνει με τον πιο άσχημο τρόπο. Και μετά δεν ξέρω που πάει. Ίσως να αιωρείται κι αυτό..
-Και πως νιώθεις?
-Δεν ξέρω. Μπορώ να το περιγράψω αλλά σίγουρα δεν νιώθω όπως τότε..
-Όπως πότε?
-Όπως τότε που πέταξα για πρώτη φορά και μετά έπεσα απότομα στο πάτωμα.
Και δυστυχώς πρέπει να βρω νέο έδαφος για να επιβιώσω γιατί κουράζομαι και φοβάμαι εδώ, είναι πολύ σκοτεινά για μένα.
-Μα εσύ πάντα ζούσες στις σκιές, γιατί να φοβάσαι το σκοτάδι. Το ξέρεις καλύτερα απ'τον καθένα. Το έζησες καλύτερα από τον καθένα. Την αβεβαιότητα...
-Είναι μεγάλο βάρος όμως ξέρεις.. Να τρέφεις συνέχεια το τέρας που κατοικεί μέσα σου για να μην βγει και τα κατασπαράξει όλα. Και στο τέλος...
-Στο τέλος τι?
-Να μην τρώγεσαι από το δικό σου τέρας, που του έριχνες ευθύνες μια ζωή, αλλά από τα τέρατα των άλλων.
-Άσχετο αλλά πως είναι το τέρας το δικό σου?
-Διψάει. Αργοπεθαίνει. Αλλά δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα μαζί του.
Περισσότερο τα τέρατα των άλλων με τρομάζουν γιατί δεν ξέρουν πως να τα χειριστούνε.
Τα τρέφουν υπερβολικά. Και μετά τους ταΐζουν πιο σημαντικά πράγματα, όπως ψυχές.
-Τα κατάφερες μέχρι εδώ μην σε απασχολεί.
-Δεν με απασχολεί για μένα, όλο και σε κάποιο έδαφος θα καταλήξω.
Γι αυτόν με απασχολεί.. αν όντως εννοούσε αυτά που έλεγε.
-Δεν ξέρω. Σαν να αιωρούμαι κατά κάποιο τρόπο.
-Αιωρείσαι που δηλαδή?
-Στο διάστημα, κάπως. Πάντως σίγουρα δεν πατάω σε έδαφος.
-Αυτό είναι καλό?
-Δεν ξέρω. Νιώθω περίεργα. Σαν να έσπασε το μοναδικό κομμάτι γης κάτω από τα πόδια μου και τώρα να είμαι απροστάτευτη.
Σαν να αναγκάστηκα να ταξιδέψω σε άγνωστα μέρη που δεν ήθελα ξαφνικά από ανάγκη και μόνο.
Σαν να προσπαθώ στην αγωνία μου και στην απογοήτευσή μου να μάθω να πετάω στο χάος.
Να μάθω να βλέπω στο σκοτάδι γιατί έσβησε η φλόγα που κρατούσα με προσπάθειες αναμμένη.
-Μα δεν γίνεται να κρατάς κάτι τέτοιο μόνος σου. Πρέπει να κρατιέται και από την άλλη πλευρά, αλλιώς σβήνει.
-Σβήνει με τον πιο άσχημο τρόπο. Και μετά δεν ξέρω που πάει. Ίσως να αιωρείται κι αυτό..
-Και πως νιώθεις?
-Δεν ξέρω. Μπορώ να το περιγράψω αλλά σίγουρα δεν νιώθω όπως τότε..
-Όπως πότε?
-Όπως τότε που πέταξα για πρώτη φορά και μετά έπεσα απότομα στο πάτωμα.
Και δυστυχώς πρέπει να βρω νέο έδαφος για να επιβιώσω γιατί κουράζομαι και φοβάμαι εδώ, είναι πολύ σκοτεινά για μένα.
-Μα εσύ πάντα ζούσες στις σκιές, γιατί να φοβάσαι το σκοτάδι. Το ξέρεις καλύτερα απ'τον καθένα. Το έζησες καλύτερα από τον καθένα. Την αβεβαιότητα...
-Είναι μεγάλο βάρος όμως ξέρεις.. Να τρέφεις συνέχεια το τέρας που κατοικεί μέσα σου για να μην βγει και τα κατασπαράξει όλα. Και στο τέλος...
-Στο τέλος τι?
-Να μην τρώγεσαι από το δικό σου τέρας, που του έριχνες ευθύνες μια ζωή, αλλά από τα τέρατα των άλλων.
-Άσχετο αλλά πως είναι το τέρας το δικό σου?
-Διψάει. Αργοπεθαίνει. Αλλά δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα μαζί του.
Περισσότερο τα τέρατα των άλλων με τρομάζουν γιατί δεν ξέρουν πως να τα χειριστούνε.
Τα τρέφουν υπερβολικά. Και μετά τους ταΐζουν πιο σημαντικά πράγματα, όπως ψυχές.
-Τα κατάφερες μέχρι εδώ μην σε απασχολεί.
-Δεν με απασχολεί για μένα, όλο και σε κάποιο έδαφος θα καταλήξω.
Γι αυτόν με απασχολεί.. αν όντως εννοούσε αυτά που έλεγε.
Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013
Η σκιά.
Μα πως βρέθηκε στο κρύο πάτωμα μονάχη της, έπιασε το παγωμένο πρόσωπό της και έβηξε, τρανταχτά μήπως κανένας την ακούσει.
Χαμογελούσε ειρωνικά. Τόσο ειρωνικά που θα έλεγε κανείς πως κέρδισε τον σατανά τον ίδιο, πως ήταν άτομο της νύχτας και των σκιών.
Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να βγάλει άχνα από το στόμα της.
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς κρατούσε ένα σαπισμένο βιβλίο.
Ξαφνικά της έφυγε από τα χέρια και μούγκρισε θλιμμένα.
Τα μάτια της φαίνονταν ξερά από το κρύο, κατακόκκινα, λες και έκλαιγε για μέρες, κι όμως, δεν έκλαιγε.
Θλιμμένο βλέμμα είχε πάντως αυτό της το αναγνωρίζω. Υπέφερε, φαινόταν.
Σημάδια σε όλο της το σώμα είχε και φορούσε ένα σκισμένο μαύρο φόρεμα που θα μπορούσε να πει κανείς πως δέχτηκε επίθεση από άγρια θηρία.
Κοίταξε για άλλη μια φορά προς το βιβλίο.
Στη θέση του ένα κοριτσάκι ταλαιπωρημένο κλαμένο και κατατρομαγμένο.
Το κοίταξε με απάθεια και το πλησίασε. Το κορίτσι κοιτούσε φοβισμένο προς το μέρος της.
"-Όχι! Μην! Ήθελα μονάχα αθωότητα!" Ούρλιαξε.
Αυτή έκανε πως δεν το άκουσε και γύρισε προς τα πίσω.
Αυτή τη φορά παράτησε το βιβλίο πίσω της.
Το κοριτσάκι έκλαιγε ασταμάτητα, με ένα ανατριχιαστικό κλάμα. Ένα κλάμα που διαπερνάει την ψυχή σου και σου κρατάει μια θέση στην κόλαση αν το αντέξεις.
Αυτή έπιασε το πρόσωπό της με τα χέρια της και ακούμπησε ξανά στο πάτωμα.
Βρώμικη, με μάτια κατακόκκινα δίχως βλέμμα ακριβές, παρατημένη.
Εξάλλου ήταν πλάσμα της νύχτας και της μοναξιάς. Γιατί τα δάκρυα ήταν γι αυτούς που ήλπιζαν ακόμα. Το βιβλίο έμεινε στην λάσπη, το ίδιο βρώμικο με αυτήν, ενώ το κοριτσάκι χάθηκε κάπου εκεί έξω.
Αναγκάστηκε να το κάνει. Γιατί έπρεπε. Γιατί μεγάλωσε και ήταν θαρραλέα πλέον. Δεν έκλαιγε, δεν ήξερε τι θα πει αγνό και λευκό. Το σκότωσε για να επιβιώσει.
Το μόνο λευκό που γνώριζε ήταν αυτό του δωματίου, ή το λευκό της απώλειας, όποιο λευκό κι αν είναι αυτό. Εξάλλου η απώλεια δεν χαρακτηρίζεται, είναι απλά μια σκιά. Μια σκιά στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Ένας τρόπος για να δημιουργεί σημάδια στο σώμα της και ένας λόγος για να γελά ειρωνικά.
Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013
Απλά πέτα.
Τελικά είναι τόσο εύκολο να ανοίξεις τα φτερά σου άμα το θέλεις.
Το πρόβλημα είναι η υψοφοβία μονάχα. Βασικά δεν το εξέφρασα καλά.
Ο φόβος του να μην πέσεις εννοούσα. Το ύψος από μόνο του δεν μπορεί να σε τρομάξει, αλλά η σκέψη και μόνο στο ότι επρόκειτο να πέσεις σου φέρνει ίλιγγο.
Κάπως έτσι έπεσα κι εγώ προχθές και τους τρόμαξα όλους.
Και η πλάκα είναι πως ακόμα και τότε ονειρεύεσαι.
Και που λες, μια φοβία μπορεί να σε κάνει τόσο αδύναμο όσο δεν φαντάζεσαι,
αν όμως βάλεις το μυαλό σου σε μια σειρά και πεις:
"Τι πραγματικά θέλω? Τι πραγματικά έχω? Τι πραγματικά με ενοχλεί?" τότε μπορεί να καταλήξεις και σε ένα συμπέρασμα.
Τώρα λοιπόν που άνοιξα φτερά πρέπει να μάθω και να πετάω χωρίς να κοιτάω κάτω.
Αλλιώς τζάμπα προσπάθεια.
...Α, και που σαι?
Μην αφήσεις κανέναν να σου κόψει τα φτερά σου.
Το πρόβλημα είναι η υψοφοβία μονάχα. Βασικά δεν το εξέφρασα καλά.
Ο φόβος του να μην πέσεις εννοούσα. Το ύψος από μόνο του δεν μπορεί να σε τρομάξει, αλλά η σκέψη και μόνο στο ότι επρόκειτο να πέσεις σου φέρνει ίλιγγο.
Και που λες, μια φοβία μπορεί να σε κάνει τόσο αδύναμο όσο δεν φαντάζεσαι,
αν όμως βάλεις το μυαλό σου σε μια σειρά και πεις:
"Τι πραγματικά θέλω? Τι πραγματικά έχω? Τι πραγματικά με ενοχλεί?" τότε μπορεί να καταλήξεις και σε ένα συμπέρασμα.
Τώρα λοιπόν που άνοιξα φτερά πρέπει να μάθω και να πετάω χωρίς να κοιτάω κάτω.
Αλλιώς τζάμπα προσπάθεια.
...Α, και που σαι?
Μην αφήσεις κανέναν να σου κόψει τα φτερά σου.
Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013
Σύγχρονες εντολές.
Στις μέρες μας πρέπει να φανείς δυνατή...
...μηχανή.
Να μην έχεις συναισθήματα.
Έτσι κάνουν οι ώριμοι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι ρομπότ της τεχνολογίας και της σύγχρονης εποχής.
Οι άντρες που είναι άντρες και όχι "κοριτσάκια που κλαίνε".
Μερικές φορές σε μια σχέση πρέπει να γίνεις ο άνδρας ακόμα κι αν είσαι γυναίκα.
Πρέπει να αντέξεις το βάρος, ακόμα κι αν η ψυχή σου δεν αντέχει στα βάρη.
Να πονέσεις, να αντέξεις πληγές, να αποκτήσεις ουλές και σημάδια.
Περισσότερο πόνο παρά χαρά θα βιώσεις στην προσπάθεια.
Γιατί η ζωή στις μέρες μας είναι επιβίωση και όχι ζωή.
Όλοι έτσι ζούνε λένε.
Μην ζητάς πολλά.
Ζητάς πολλά.
Πάρα πολλά.
Η ζωή δεν είναι για εσένα λυπάμαι, γύρνα το κεφάλι και μην είσαι αχάριστη.
Θα πρέπει να χαίρεσαι που έχεις ένα πιάτο να φας, ένα κρεβάτι να κοιμηθείς, ρούχα για να βάλεις και ένα χαρτί για να γράψεις.
Ή έναν υπολογιστή στα χρόνια μας.
Πλούσιος είσαι.
Δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί η ζωή σου.
Είσαι πολύ μικρός για να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα.
Άλλοι λένε πως πρέπει να ζήσεις τώρα που προλαβαίνεις όσο μπορείς.
Εγώ δεν θέλω να ζήσω έτσι.
Δεν θέλω να ζήσω.
Καθόλου.
...μηχανή.
Να μην έχεις συναισθήματα.
Έτσι κάνουν οι ώριμοι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι ρομπότ της τεχνολογίας και της σύγχρονης εποχής.
Οι άντρες που είναι άντρες και όχι "κοριτσάκια που κλαίνε".
Μερικές φορές σε μια σχέση πρέπει να γίνεις ο άνδρας ακόμα κι αν είσαι γυναίκα.
Πρέπει να αντέξεις το βάρος, ακόμα κι αν η ψυχή σου δεν αντέχει στα βάρη.
Να πονέσεις, να αντέξεις πληγές, να αποκτήσεις ουλές και σημάδια.
Περισσότερο πόνο παρά χαρά θα βιώσεις στην προσπάθεια.
Γιατί η ζωή στις μέρες μας είναι επιβίωση και όχι ζωή.
Όλοι έτσι ζούνε λένε.
Μην ζητάς πολλά.
Ζητάς πολλά.
Πάρα πολλά.
Η ζωή δεν είναι για εσένα λυπάμαι, γύρνα το κεφάλι και μην είσαι αχάριστη.
Θα πρέπει να χαίρεσαι που έχεις ένα πιάτο να φας, ένα κρεβάτι να κοιμηθείς, ρούχα για να βάλεις και ένα χαρτί για να γράψεις.
Ή έναν υπολογιστή στα χρόνια μας.
Πλούσιος είσαι.
Δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί η ζωή σου.
Είσαι πολύ μικρός για να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα.
Άλλοι λένε πως πρέπει να ζήσεις τώρα που προλαβαίνεις όσο μπορείς.
Εγώ δεν θέλω να ζήσω έτσι.
Δεν θέλω να ζήσω.
Καθόλου.
Το λουλούδι.
Είμαι το λουλούδι στη δική σου γλάστρα
στο δικό σου παραθύρι
και περιμένω από σένα να με ποτίζεις
κάθε μέρα
με την αγάπη σου.
Να τραγουδάς για μένα όμορφα
με λόγια γλυκά
και να με βάζεις το χειμώνα μέσα στην αγκαλιά σου
για να μην κρυώνω.
Γιατί αλλιώς θα μαραθώ
και δεν θα είμαι όμορφο πια για σένα.
Θα ανθίσω σε έναν κήπο άγριο
μαζί με άλλα άνθη μόνο μου
και πιθανόν να φαγωθώ
ή να χαθώ ξανά.
Γιαυτό να με φροντίζεις όσο ζω και ομορφαίνω
γιατί η ομορφιά δεν διαρκεί.
Καλύτερα στα χέρια σου ζεστά να αφήσω
την τελευταία μου πνοή
παρά σε κήπο άγριο και ξένο
μέσα στην κρύα τη βροχή.
στο δικό σου παραθύρι
και περιμένω από σένα να με ποτίζεις
κάθε μέρα
με την αγάπη σου.
Να τραγουδάς για μένα όμορφα
με λόγια γλυκά
και να με βάζεις το χειμώνα μέσα στην αγκαλιά σου
για να μην κρυώνω.
Γιατί αλλιώς θα μαραθώ
και δεν θα είμαι όμορφο πια για σένα.
Θα ανθίσω σε έναν κήπο άγριο
μαζί με άλλα άνθη μόνο μου
και πιθανόν να φαγωθώ
ή να χαθώ ξανά.
Γιαυτό να με φροντίζεις όσο ζω και ομορφαίνω
γιατί η ομορφιά δεν διαρκεί.
Καλύτερα στα χέρια σου ζεστά να αφήσω
την τελευταία μου πνοή
παρά σε κήπο άγριο και ξένο
μέσα στην κρύα τη βροχή.
Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013
Αν πιστεύεις στην φιλία στην οποία ο φίλος σου θα πέθαινε για σένα τότε δυστυχώς δεν έχεις φίλους.
Η φράση της βδομάδας. Και η φράση που στοιχειώνει το μυαλό μου, ή τουλάχιστον μια από αυτές, εδώ και χρόνια. Παντού με κυνηγάνε. Και ποτέ δεν φεύγουν από πάνω μου.
"Μήπως?" "Και τώρα τι?" "Και αν..?"
Όλοι είναι περίεργοι γύρω μου. Όλοι τους. Ή μήπως εγώ είμαι περίεργη?
Δεν καταλαβαίνω. Κανέναν.
Το μόνο που ξέρω είναι πως τίποτα δεν ξέρω, αν και νομίζω πως ένα άτομο στη ζωή μου που να με άκουγε περισσότερο από το να μιλάει και να ξέρει το σωστό και το πρέπει θα μου έκανε πολύ καλό.
Συνήθισα να ακούω μα ποτέ κανένας δεν ακούει εμένα. Το τι θέλω. Το τι αναζητώ.
Όλα είναι φυσιολογικά ή μη φυσιολογικά σε αυτόν τον κόσμο για όλους.
Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Τους σιχαίνομαι αλλά συγχρόνως τους λυπάμαι κι όλας. Έχω συνηθίσει να ζω ανάμεσά τους σαν ένα φάντασμα. Με παρηγορεί η παρουσία τους. Με ανησυχεί επίσης. Ίσως και να είναι καλύτερα που είναι εκεί έξω όλοι τους, τόσο κοντά μου μα τόσο μακριά μου. Με τρομάζουν όλοι. Δεν σκέφτονται απλά. Ή μήπως εγώ δεν σκέφτομαι απλά?
Μα εγώ τίποτα δεν γνωρίζω.
Και ότι ξέρω θέλω να το ξέρω μα κανένας τίποτα δεν ξέρει.
Και τίποτα δε θα μάθει.
Και είναι σκοτεινά εδώ και κρύο έχει μόνη μου κλεισμένη στο μυαλό μου προσπαθώ να βρω τον δρόμο ακόμα μήπως και βρω το φως μου.
Με προσπερνούν, με ξεχνούν, με κακολογούν.
Μα μην τους παρεξηγάς, δεν ξέρουν. Δεν γνωρίζουν.
Υποφέρουν και αυτοί μην το ξεχνάς.
Εγώ ανάμνηση είμαι, ένα γεγονός.
Για πάντα θα είμαι.
Και πάντα θα πλανιέμαι.
Μα τίποτα δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι κάνω.
Η φράση της βδομάδας. Και η φράση που στοιχειώνει το μυαλό μου, ή τουλάχιστον μια από αυτές, εδώ και χρόνια. Παντού με κυνηγάνε. Και ποτέ δεν φεύγουν από πάνω μου.
"Μήπως?" "Και τώρα τι?" "Και αν..?"
Όλοι είναι περίεργοι γύρω μου. Όλοι τους. Ή μήπως εγώ είμαι περίεργη?
Δεν καταλαβαίνω. Κανέναν.
Το μόνο που ξέρω είναι πως τίποτα δεν ξέρω, αν και νομίζω πως ένα άτομο στη ζωή μου που να με άκουγε περισσότερο από το να μιλάει και να ξέρει το σωστό και το πρέπει θα μου έκανε πολύ καλό.
Συνήθισα να ακούω μα ποτέ κανένας δεν ακούει εμένα. Το τι θέλω. Το τι αναζητώ.
Όλα είναι φυσιολογικά ή μη φυσιολογικά σε αυτόν τον κόσμο για όλους.
Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Τους σιχαίνομαι αλλά συγχρόνως τους λυπάμαι κι όλας. Έχω συνηθίσει να ζω ανάμεσά τους σαν ένα φάντασμα. Με παρηγορεί η παρουσία τους. Με ανησυχεί επίσης. Ίσως και να είναι καλύτερα που είναι εκεί έξω όλοι τους, τόσο κοντά μου μα τόσο μακριά μου. Με τρομάζουν όλοι. Δεν σκέφτονται απλά. Ή μήπως εγώ δεν σκέφτομαι απλά?
Μα εγώ τίποτα δεν γνωρίζω.
Και ότι ξέρω θέλω να το ξέρω μα κανένας τίποτα δεν ξέρει.
Και τίποτα δε θα μάθει.
Και είναι σκοτεινά εδώ και κρύο έχει μόνη μου κλεισμένη στο μυαλό μου προσπαθώ να βρω τον δρόμο ακόμα μήπως και βρω το φως μου.
Με προσπερνούν, με ξεχνούν, με κακολογούν.
Μα μην τους παρεξηγάς, δεν ξέρουν. Δεν γνωρίζουν.
Υποφέρουν και αυτοί μην το ξεχνάς.
Εγώ ανάμνηση είμαι, ένα γεγονός.
Για πάντα θα είμαι.
Και πάντα θα πλανιέμαι.
Μα τίποτα δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι κάνω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)