Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Φόβος.

Και έρχεται η στιγμή που χάνεις ακόμα και αυτά που είχες δεδομένα μια ζωή
την ελευθερία, την επιλογή, την καθημερινή ρουτίνα που σε κούραζε τόσο πολύ.
Και εύχεσαι να κόλλαγες και πάλι για μια στιγμή μαζί της
Σαν τον ομφάλιο λώρο που στον κόψανε απότομα.
Λες και χάνεις κάποιο άκρο μες στον νου σου.

Αναρωτιέμαι μέχρι που μπορεί να πάει ο φόβος του αγνώστου.
Και ενώ γνωρίζω την απάντηση σε αυτήν μου την ερώτηση
αποφεύγω να απαντήσω όπως πάντα.
Προτιμώ να φανώ δειλή μπροστά στον κολοσσό του απείρου
μα δειλή δεν είμαι και το ξέρω.
Μονάχα τρομαγμένη.

Και όταν γνωρίζεις το όνομα των φόβων σου
μπορείς να τους ξορκίσεις.
Αρκεί
να βρεις
τι τους πονάει.

The withering.

All I see is an empty grave.

I remember beautiful memories of youth
Happiness all around
Life took this, years erased all of that
All I have is memories
Memories of a passed lifetime
Moments of joy that are no longer there
And never will be again
I know I will lose it all
But still, here I am
I fight the darkness of the mind.

I am blind, my eyes are sealed
but my hands are moving like the wind.

I am ready, with my swords at hand.

To fight the darkness of the mind,
and the rusting of myself from time to time.
A family strong and big
smiles and effort.
Gifts and surprises.
But now the loop is dark.
It's like we strive to stand still.
The kingdom hungers and its lands are poor now.
Trying to stay up.
To keep ourselves from falling apart
And I know it goes to the bottom someday.
I still see the sky if I look up.
And it's too scary for the little girl that was.
She hides behind a big rock that hides the sun
It talks, it screams, it whispers.
"In darkness you will never burn,
in darkness you stay safe" it said.
But today... I breathe again!
I looked at the sky, the fields
The SUN!

For tomorrow I don't know.
I dream of great times. I remember moments
and think of better ones to come.
Still to come.
How can I grab happiness and never let her go?
I remember a lush field with smiles and love
happiness, joy, little animals all around, a beautiful place,
a cabin, flowers, and stuff.
So much joy or it was me that used to feel it.
Maybe I used to see the ghosts that weren't there in the first place.
Now the field is dry with wild thorns, nobody can make it look good.
No animals around. A grave. A broken home. Ghosts.
And more ghosts are sure to be, as the reaper claims the land.
Some of them I do remember.

How could I let it slip through my own hands?

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

The agony of the creator.

Something feels oppressed.
It's the agony of the creator.
I am a storyteller who cannot speak.
I write I draw, I have so many tales to tell but somehow
I feel like I can't get words out of my mouth so easily.
And it feels like something scratches from the inside,
tearing everything apart while trying to get free.
Heart's pounding fast and heavily.
Like crushing on a wall on repeat.

And it goes on and on.
Like a machine.
There is a palace with a huge library inside,
and outside a never-ending desert.
"I have to write", I thought. I have to write.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Ελλάδα.

Για να διαβείς τον χάρτη αυτόν της ιστορίας
πρέπει να τον πονείς.
Την θάλασσα, το μπλε του ουρανού αυτής της γης
πρέπει να φθαρείς.
Την αμμουδιά, τον φρέσκο αέρα, τους ψυθίρους των αιώνων
πρέπει να θυμηθείς
αυτά που άλλοι έχουν ξεχάσει.

Ελλάδα μου, είσαι η χώρα που δεν την πονά κανένας.
Τα παιδιά σου χάνονται, δεν μένει πίσω ούτε ένας.
Υπήρξες τα θεμέλια της παγκόσμιας ιστορίας,
μιας κληρονομιάς που δε θυμούνται τα παιδιά σου.
Επιβιώνεις πονεμένη μα σου τρων τα σωθικά σου.

Υπάρχει ακόμα μες στο βάθος η αγάπη μας για εσένα.
Για να την βρει κανείς αρκεί μονάχα μια βουτιά μες στα νερά σου.
Στα γαλανά και πράσινα, λευκά τα νυχτικά σου.
Στον αέρα της ιστορίας ανεμίζουν τα μαλλιά σου.
Χαραγμένα στο πετσί μας όλα τα βιώματά σου.

Σε θυμάμαι Ελλάδα, σε θυμάμαι.

Στους πολέμους και στις λύπες ήσουν πάντα ηρωίδα.
Μητερούλα ή σκλαβοπούλα, πάντοτε για τα παιδιά σου
έσπαγες ξανά και ξανά όλα τα δεσμά σου
Αν και λαβωμένη που ήσουν η καημένη
στάθηκες εκεί καμαρωμένη.
Πάντοτε κυνηγημένη από τον σύγχρονο τον Μίδα
και τον κάθε Εφιάλτη.

Θα σε φυλάμε όσο ζούμε, Ελλάδα με τα μπλε σου.
Μια μάνα είσαι και εσύ και η μάνα είναι μια.
Πατρίδα σαν και σένα δεν υπάρχει άλλη καμία.
Και στον δρόμο κι αν προκύπτει και καμία τρικυμία
να θυμάσαι Ελλάδα, δεν αξίζουν,
θα είμαστε εδώ με τον πατέρα Ποσειδώνα
όλα θα τους πνίξουν.

~~~~~


“And I would die for any one of mine.”
― King Leonidas


There is nothing impossible to him who will try. ― Alexander the Great


You shall, I question not, find a way to the top if you diligently seek for it; for nature hath placed nothing so high that it is out of the reach of industry and valor. ― Alexander the Great

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Αλλαγή.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από την απώλεια.
Την απώλεια της ζωής κάποιου που αγαπάς, από την ζωή την ίδια,
όχι απλά την δική σου.
Την αλλαγή που σου προκαλεί ένα τέτοιο συμβάν.
Τις αλλαγές στην καθημερινότητα.
Την αβεβαιότητα, τον φόβο.
Πως ξεπερνάς κάτι που δεν θέλεις να ξεπεράσεις;
Η στασιμότητα σκοτώνει, μα εγώ ίσως θέλω να πεθάνω.
Σε κανέναν δεν έκανε καλό ποτέ ο θάνατος,
μα έκανε ποτέ κακό σε εμάς τους ίδιους;
Αυτός που φεύγει μάλλον είναι καλύτερα.
Αυτός που μένει και παλεύει μένει πίσω να υποφέρει.

Μου λείπει η ματιά της, τα βήματά της, η μυρωδιά της.
Το πόσο φίλη ήταν στην σιωπή της, που γέμιζε το σπίτι.
Ένας μήνας πέρασε και ακόμα εδώ την νιώθω.
Μου λείπεις αφάνταστα, μακάρι να το ήξερες
πόσο σε αγαπούσαμε ποτέ δεν θα το μάθεις.

Και η ζωή αλλάζει μέρα με τη μέρα.
Δυσκολεύομαι να γράψω, να λειτουργήσω,
αλλάζω. Με τρομάζω.
Πως θα γίνει,
πως θα πετύχει;
Με την καθημερινότητα τρομάζω.
Άλλο ένα πιόνι μέσα στη ζωή;
Άραγε στο μέλλον με θαυμάζω;
Ωφελεί;
Υποταγή;
Και αν όχι τότε αχάρηστη θα νιώθω.
Πόσο πονάει η αλλαγή.

Δεν μπορώ να νιώσω ηρεμία.
Δεν γνωρίζω τι είναι πλέον.
Τελικά αυτό που αναζητώ και για πάντα θα το ψάχνω
είναι η γαλήνη.
Μα την γαλήνη πως να βρείς
όταν φουρτούνες πρέπει να διαβείς.
Θαλασσομάχος να γινείς.
Πρέπει να το υποστείς.
Και να το υπομένεις.

Αχ, σπίτι μου σπιτάκι μου.
Μακάρι ο χρόνος να σταμάταγε για λίγο
και να έμενα εδώ για πάντα.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Moments of darkness.

Life goes on... When vain people take over. 
So vain is life, so vain are they.
They live, they work, they die.
Survive.
Shut your mouth, smile, produce.
Don't feel, don't speak the truth
just keep it all inside
and collide.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Tour δωματίου.

Παλιά εισιτήρια συναυλιών πάνω στην ξύλινη ντουλάπα.
Προδίδουν χρόνια ξέγνοινιαστης εφηβείας.
Η τουλάχιστον μιας που θέλει να δείχνει έτσι.
Μια που θέλει να καλύψει παιδικά χρόνια τρόμου και αγωνίας,
και καταλήγει να ανακαλύψει ψυχολογικά που έπεται να βγουν στην επιφάνεια
στο μέλλον μια για πάντα.
Μαζί τους και μια ζωγραφιά κοπέλας λυπημένης.
Που για κάποιο λόγο ξέμεινε εκεί πέρα ακόμα,
με μάτια βουρκωμένα.
Φωτογραφίες προσώπων που πλέον δεν γνωρίζω.
Ζωντανά και μη, που ούτε τότε ίσως και να ήξερα.
Ντουλάπια με ρούχα και με ψώνια από σχολείου χρόνια,
τότε που τα έξοδα φάνταζαν σαν τρόπος να ξεφεύγεις.
Όνειρα καλλιτεχνών για μέλλον και για όραμα,
θάφτηκαν σε μια τσάντα δίπλα από ένα παλιό γραφείο.
Πλέον η τέχνη μοιάζει μόνο σαν τρόπος έκφρασης
των άσχημων συναισθημάτων
σε έναν κόσμο που το μόνο που πουλάει είναι το χαμόγελο
κι ας είναι ψεύτικο.
Κάτω από ένα ταβάνι, πάνω από ένα κρεβάτι, ωρολογιακή βόμβα η καρδιά μου,
δευτερόλεπτα μετράει για το τέλος όλων όσων έρχονται και είναι να έρθουν.
Στην αλήθεια και στον πόνο χάθηκε η ελπίδα
και η ομοιοκαταληξία.
Νιώθω πλέον άρρωστη,
η τρέλα πρέπει να ναι.
Παράθυρο φωτίζει, μυαλό που σκοτεινιάζει.
Αλήθεια, πόσο με τρομάζει!
Που τα έπιπλα στο δωμάτιο τούτο θα ζήσουν και μετά το τέλος μου
για να μετανοήσουν.
Ότι βλέπω θα υπάρχει και μετά από εμένα.
Τι κι αν πέσει κάνα δάκρυ, η ζωή συνεχίζεται και πάλι.
Μα πόσο θα ήθελα να ζούσα για μια ημέρα.

Η Καμμένη Γενιά.

Εμείς είμαστε η χαμμένη νεολαία
μισούμε την ιδέα, την χαρά και την αγάπη
γιατί για αυτήν κανείς δεν είχε χρόνο να μας μάθει
και κυνηγάμε πάντα λύσεις και δόξα για επιβίωση
για δύσκολο καιρό που θα έρθει.

Εμείς είμαστε η πονεμένη νέα γενιά
που καταριώμαστε και μας καταριούνται
μισούμε, κατακρίνουμε και φίλους μας φθονούμε
γιατί μας αδικήσαν
και πίσω μας αφήσαν.

Εμείς είμαστε η γενιά που κάνει αυτά που κράζει
όπως αυτοί που κοροιδεύουμε
και αυτοί που μας καταστρέψαν.
Άλλοι λαικίζουμε, άλλοι σιωπάμε
και άλλοι φωναχτά όλα τα μαρτυράμε.

Εμείς είμαστε η γενιά δίχως μέλλον.
Δίχως λόγο και αιτία
ύπαρξης.
Πλανούμαστε στον κόσμο για να βρούμε τον σκοπό μας
και μια ελπίδα.

Εμείς είμαστε η γενιά που δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε.
Μονάχα σκιές που περπατάμε
και στο τέλος μόνοι μας ψωφάμε.
Χωρίς λόγο
χωρίς ετία.

Και ελπίδα ούτε μία.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Αυτοψυχανάλυση.

 Ποτέ μου δεν ζήτησα να υπάρξω.
Από την άλλη όμως ποιός ζητάει κάτι τέτοιο και κατα πόσο αυτό είναι δυνατόν να συμβεί;
Ποτέ μου δεν ήθελα την ύπαρξή μου, όσο κι αν την εκτιμώ για τα λίγα καλά πράγματα που μου προσέφερε, όπως έναν άνθρωπο που με αγαπάει για αυτό που είμαι και αποδέχεται όλες τις πλευρές του εαυτού μου χωρίς καν να το ζητήσω,
όπως για τα μικρά πράγματα στη ζωή που μου προσφέρουν ηρεμία της στιγμής σε έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορώ ποτέ να υπάρξω μακροχρόνια ήρεμη,
για τα λίγα άτομα γύρω μου που ακόμα και που δεν με καταλαβαίνουν καθόλου χαίρομαι και μόνο που υπάρχουν στην ζωή μου και που θεωρώ το παραμικρό στήριγμα οικογένειας μεγάλη τύχη στην κατάσταση που βρίσκεται το μυαλό μου, το οποίο κρέμεται από κλοστές για να μην χάσει την λογική του, στην οποία τόσο πολύ στηρίζεται.
Όταν είμαι στα πρόθυρα της παράνοιας προσπαθώ να σκέφτομαι έτσι για να ισορροπώ λίγο τις αρνητικές μου σκέψεις.
Ίσως να μην πεθάνω μόνη μου σκέφτομαι, όσο κι αν πάντα ισχύει πως μόνος σου πεθαίνεις, απλά εννοώ έστω πως αυτή η μοναξιά θα περιστοιχίζεται από άτομα που με αγαπάνε, λίγα και καλά.
Ίσως να μην είναι όλα τόσο άσχημα όσο δείχνουν, εξάλλου πάντα υπάρχουν και χειρότερα.
Ίσως καταλήξω να μην είμαι ένα βάρος όπως θεωρώ.
Ίσως ξεκινήσει και πάλι το γράψιμο να με γεμίζει όπως συνήθιζε. Και ίσως αποκτίσω πάλι κόσμο που εκτιμάει την δουλειά μου. Λίγους και καλούς.
Το θέμα είναι πως δεν μπορώ τα επιφανειακά πράγματα. Θέλω η μια ματιά να κοιτάει βαθυά και όχι απλά το περίβλημα. Θέλω στην ζωή μου νόημα που να δίνει βάθος σε αυτήν την ανούσια ύπαρξή μου.
Εκτιμώ ότι ήδη έχω, απλά φοβάμαι την στασιμότητα των καταστάσεων, κυρίως των ψυχολογικών, αυτών που είναι εκεί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και δεν ξέρω πως να αποβάλλω πλέον γιατί είναι μέσα μου, είναι το εγώ μου, είναι κομμάτι μου. Πάντα στο μεταίχμιο μα συγχρόνως πάντα και των άκρων.
Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ποτέ για τίποτα. Για τις καταστάσεις, για τους ανθρώπους, για τον εαυτό σου, για την ζωή σου.
Ο φόβος του απρόοπτου, η ανάγκη του να φτάσεις σε ικανοποιητικό επίπεδο, το άγχος, αυτή η μοναξιά μέσα σου που δεν κατανοείς. Η μάλλον που κατανοείς, αλλά δεν μπορείς να την εκφράσεις με λόγια. Διότι οι λόγοι θίγουν καταστάσεις, άτομα, στιγμές και δεν καταλήγουν σε θετικό αποτέλεσμα.
Είναι και όλα αυτά που με κρατάνε ζωντανή όμως.
Το αγόρι που αγαπώ, τα ζωάκια μου, μια οικογένεια που με αγαπάει με τα αρνητικά της, η πίστη στον εαυτό μου, η αγάπη μου για τα βίντεογκέιμς, τα (μακρινά ίσως) όνειρα που έχω για το μέλλον.
Ισορροπώ όσο μπορώ.
Και πραγματικά σχεδόν όλα τα μπορώ. Όσο έχω δίπλα μου άτομα να με αγαπούν και να με στηρίζουν.

*Σε ευχαριστώ που υπάρχεις, είσαι το μεγαλύτερό μου στήριγμα. --- Στο αγόρι της ζωής μου.

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Η παγίδα.

Ξαπλώνω πάνω σε κρεβάτι από καρφιά
και ούτε για λίγο δεν πονάω.
Μα μόλις η σκέψη μου ξεφύγει σε μέρη μακρινά
ξάφνου ο πόνος επιστρέφει, της σιωπής.
Τα χείλη μου στεγνά, το σώμα καταραίει, το μυαλό μου σβήνει.
Νιώθω μονάχη ενώ δεν είμαι, σε τοίχους φυλακής.
Ταξίδια όσα ήθελα δεν έκανα σε τούτη τη ζωή
μα με τις σκέψεις μου αυτές σπίτι μου δεν γυρίζω.
Τον δρόμο της επιστροφής να βρω προσπάθησα
μα ότι και να γίνει πάντα παραστρατίζω. 
Σήμερα έφυγα ξανά όπως και κάθε ώρα.
Είχα χαθεί στο διάστημα και έτρεμα από τον φόβο.
Πάντα τον έτρεμα τον χρόνο, έτρεμα την ζωή.
Το άγνωστο φοβόμουνα, το μέλλον να μην 'ρθει.
Είναι η ζωή μυστήριο και εγώ απλά μια σκόνη.
Δεν ξέρω που θα με φυσά ο αέρας, ή αν θα είμαι μες στο χιόνι.
Αν θα καώ μες στην φωτιά και αν θα γίνω η γή.
Πάντα το είχα άχτι το οτι δεν είμαι στάχτη. 
Φοβάμαι μήπως η ζωή μου πάρει όλη την σκόνη.
Και κλαίω και οδύρομαι και τρέμω και λυσσάω.
Δαγκώνω και σχίζω τα ρούχα μου, φυσάω και ξεφυσάω.
Καμία φύση δεν με σώζει από την κατάσταση αυτή.
Το σκέφτομαι καλά πως ίσως έχω τρελαθεί.
Φωνές θέλω να βγάλω να με ακούσουν όλοι "αυτοί".
Δεν ξέρω τι να κάνω πεθαίνω ζωντανή.
Παγιδευμένη νιώθω μέσα σε αυτή τη ζωή.
Θα μείνω χωρίς τίποτα
θα μείνω χωρίς τίποτα.
Έχω τρελαθεί.