Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Μια φορά και έναν καιρό...

Πολλά θέλει να σου πει και δεν τα λέει,
η κόρη που πονάει.
Προσπάθησε να την ακούσεις,
γι αυτήν πολλά σημαίνεις.

Και πες μου πως δεν πρόσεξες τα κόκκινα της χείλι,
που σου χαμογελούν γλυκά, μιλώντας για οδύνη.
Η λάμψη στα μάτια της τα καστανά πώς δε σε τύφλωσε ακόμη?
Τόσο βαθύ το χρώμα, τόσα πολλά τα μυστικά που κρύβει.
Και της ψυχής σου τα πιο σκοτεινά σημεία τα βλέπει, τα ανοίγει.

Ακούμπησε την τρυφερά, ματώνει το μυαλό της,
χαϊδεύοντας της τα μαλλιά, φιλάς το πρόσωπό της.
Μονάχα με ένα βλέμμα σου ο κόσμος της γελάει.
Και ακούγοντας τις λέξεις σου η καρδιά της ξαναζεί.

Επίσης, πού να ήξερες πόσο σε καρτεράει.
Μακάρι να ήταν σίγουρη για όλα απ'την αρχή.
Αφού φοβάται να ρισκάρει, πράγματα που αγαπά δε θέλει πια να χάνει,
μίτε σωστό γνωρίζει τι είναι, ετούτο τι θα πει.

Τουλάχιστον προσπάθησε να διώξει αυτή τη θλίψη,
εφόσον δεν μπορούσε να κάνει και πολλά,
μα αποτέλεσμα δεν βρήκε, λύτρωση και γιατρειά.
Πονάει ξανά, και αυτό παντοτινά.

Και πες μου πως δεν πρόσεξες τα δάκρυα στα μάτια της.
Κυλούσαν τόσο αργά... και ήτανε ζεστά.
Αφού θρηνούσε φανερά το άδικο της μέλλον.
Φοβότανε μου είπε... είχε χαθεί απ'όλους μακρυά.

Αγάπησε την τρυφερά και θα'ναι ο άγγελός σου.
Και θα σου τραγουδά πάντα στο όνειρό σου.
Αληθινά αγάπησε την, σαν να'ταν εαυτός σου.
Και κρύψε την καλά, να γίνει μυστικό σου.

Και ακόμα πού να ήξερες πόσο πολύ σε σκέφτεται
κάθε βράδυ, κάθε μέρα, αναρωτιέται.
Ίσως να σαι εσύ παράδεισος που έρχεται,
ή μήπως να σαι άλλη μια κόλαση που μένει?

Πόσο πολύ τα σκέφτεται όλα στο μυαλό της.
Φοβάται μου είπε... φοβάται μήπως κάποτε μείνει και αυτή μόνη της.
Και μήπως δεν ενδιαφερθεί κανείς το χέρι της να πιάνει
καθώς θα αργοπεθαίνει στο άσπρο της κρεβάτι.

Τρέμει πως όπου να ναι θα στερέψει και άλλο δεν θα αντέξει.
Πως δάκρυα απ' τα μάτια της θα σταματήσουν να κυλούν.
Μα αυτό αν γίνει θα μπορεί και πάλι να ησυχάσει
αφού νεκρή θα κείτεται και πλέον δεν θα υπάρχει.

Και θα μπορεί να σ'αγαπά μονάχα αν το θέλει,
θα καρτερά παντοτινά και πάντα θα σε βλέπει.
Θα ξέρει πότε είσαι καλά και πότε αναστενάζεις.
Και κάθε φαρμάκι τσουχτερό θα παίρνει μακρυά.

Ήτανε κάποτε σε κάμπο τεχνητό, λουλούδι φυτεμένο
Γλυκό και όμορφο πολύ, και καλοποτισμένο.
Έτσι γεννήθηκε αυτό το κοριτσάκι.
Πιστεύοντας πως βρίσκεται σε ένα παραμυθάκι.
Μακάρι, μου είπε, μακάρι να έβλεπα ένα κακό εφιάλτη.

Μα έπειτα μεγάλωσε και έμαθε αλήθειες.
Σε κοίταξε δειλά και έσκυψε το κεφάλι.
"Δεν θέλω άλλη ψευτιά", σου είπε, "όχι πάλι."
Φοβάμαι να πιστέψω, φοβάμαι να ελπίζω.
Φοβάμαι να υπάρξω, φοβάμαι να αγαπήσω.

Μα επιλογή δεν έχω, μονάχα θα υποφέρω.
Γλυκά και βασανιστικά μέχρι στο τέλος να καταστραφώ,
να χάσω πολλά...
Θα υποφέρω.
Να είσαι εκεί παρακαλώ, μαζί μου εδώ σε θέλω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου