Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Παζλ.

Όσο πιο πολύ δένεσαι με κάτι,
τόσο πιο βαθιά φοβάσαι τη σκιά της απώλειάς του,
κι όσο σφίγγει αυτός ο δεσμός,
τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται το πέρασμα.

Σαν νήμα λεπτό που το άγγιγμα λυγίζει,
σαν κρύσταλλο εύθραυστο στην άκρη του γκρεμού,
έτσι γίνεται ο δεσμός σου:
τρυφερός, μα κι αβάσταχτος.

Και στην τελική…
είμαι στ’ αλήθεια κάτι αναντικατάστατο,
ή μήπως απλώς ένα κομμάτι,
ένα μικρό, ταιριαστό κομμάτι
που γεμίζει στιγμιαία το κενό
και μετά εξαφανίζεται στη λύση του;

Δεν θέλω να είμαι απλά ένα κομμάτι.
Θέλω να είμαι ολόκληρο το παζλ:
η αρχή, το τέλος, το νόημα και η μορφή,
το σύνολο που κανείς δεν μπορεί να χάσει.

Θέλω να είμαι κάτι ακέραιο,
όχι να χάνω την ύπαρξή μου στη σιωπή,
μα να υπάρχω ολοκληρωτικά,
μια αρμονία που να γεμίζει τον κόσμο.

Έτσι θέλω να υπάρχω,
σαν εικόνα αιώνια, πλήρης,
όχι απλά σαν μια λύση.


Τι είμαι;

Τι είμαι τα βράδια
Όταν δεν μιλώ σε κανέναν;
Τη νύχτα
Στο σκοτάδι
Όταν τη σιωπή σχίζει μόνο ένας θόρυβος μουσικής
Και σκέψεων
Όταν το σώμα κουράζω επίτηδες
Για να μπορώ να κοιμηθώ;
Τι είμαι όταν δεν με βλέπεις;
Όταν δεν με ακούς;
Όταν δεν νιώθεις την παρουσία μου;
Ποια είναι η ουσία μου;

Όταν οι σκιές μου κάνουν παρέα
Και εγώ γελάω μαζί τους
Όταν οι φωνές στο κεφάλι σιωπούν
Όταν δεν μιλάω στον εαυτό μου
Τι είμαι;

Όταν νιώθω πραγματικά μόνη;

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Αναμονή

Προσπαθώ να κοιμηθώ και οι σκέψεις με πνίγουν.
Η λέξη brainstorming ή υπεραναλυση δεν αρκούν για να εξηγήσουν την έκρηξη που μαίνεται εντός μου.
Τόσα να πω μα τόσο λίγος χρόνος.
Άραγε με ακούς; Θέλεις να με ακούσεις πραγματικά;
Βλέπεις τον κόσμο όπως τον βλέπω;
Και ξάφνου ενα τσίμπημα στο στομάχι και ο τρόμος του θανάτου μου διακόπτει την ροή της ανασφάλειας και των ατελείωτων σκέψεων.
Είμαι στην τελική απλά ένας άνθρωπος που φοβάται μην πεθάνει.
Διότι θεωρεί πως δεν έχει ζήσει σχεδόν καθόλου ακόμα και ας περνούν τα χρόνια σαν το νερό στο ποτάμι το ορμητικό. 
Και όμως πάντα ακόμα και αυτός ο φόβος μειώνεται μπροστά στον φόβο της απώλειας όλων των αγαπημένων προσώπων.
Τι είναι χειρότερο; 
Ο εαυτός θα έλεγε ο θάνατος μου ή ο θάνατος όσων με κάνουν να νιώθω αγαπητός, οπότε δεν έχει σημασία.
Στην τελική ότι φοβία είχα απλά την έθαψα όμορφα κατω από ένα στρώμα εξυπνάδας και χιούμορ και έκανα πως δεν υπάρχει.
Ενώ αυτό σάπιζε μέχρι που βρωμισε ο τόπος...
Πώς το λένε εκείνο το γαμημενο το αγαπημένο μου χρώμα; Μπλε φθαλιου; Ή μήπως είναι το πρωσικο μπλε; Δεν έχει σημασία. Λες και θα βλέπω χρώματα όταν θα πεθαίνω. Μόνο ένα μαύρο ατελείωτο.
Και πάλι δεν ξέρω. 
Αναμονή αναμονή αναμονή.
Παύση.
Πότε θα ζήσω; 
30 χρόνια σύντομα.
Πάει το περισσότερο από το 1/3 της ζωής.
Κι όμως νιώθω ότι πεθαίνω
Σε μια ατέλειωτη αναμονή.
Συζητώ με τη σιωπή.
Πετώ κομμάτια του εαυτού μου εδώ κι εκεί,
κι όταν κάποιος τα πιάνει,
νιώθω πως πρέπει να πιαστώ κι εγώ από κάπου,
να δείξω κάτι παραπάνω.
Μα ποιος βλέπει; Στην τελική όλο σκέφτομαι πράγματα.
Ζω μια ζωή μέσα από υποθετικά σενάρια και ονειροπόληση.
Σκέφτομαι κάθε βράδυ πως περνάω όμορφα σε ένα ταξίδι με αγαπημένα μου πρόσωπα.
Πώς πάω σε μια συναυλία που τόσο θέλω.
Πώς ξενυχτάω, βλέπω τα αστέρια και τη φύση.
Την χαίρομαι χωρίς ακραίες καιρικές συνθήκες, καύσωνα και κρύο.
Χωρίς να νιώθω την παραμικρή ενόχληση, κουνούπια, άγρια χόρτα, μόνο τη δροσιά.
Πως ζω μια ζωή άνετα και κάνω πράγματα χωρίς να φοβάμαι την επιβίωση κάθε μέρα.
Χωρίς να φοβάμαι τον θάνατο και την απώλεια.
Πώς υπάρχουν άτομα που ανά πάσα στιγμή είναι εκεί για να τα πω όλα αυτά.
Γελάμε με την ψυχή μας, χαιρόμαστε ο ένας τον άλλο, μιλάμε αληθινά για όσα σκεφτόμαστε και ζούμε με όλη τη σημασία της λέξης.
Πώς δεν σκέφτομαι το οικονομικό κομμάτι για να κάνω κάτι που θέλω και το ζητά η ψυχή μου.
Πώς θέλω να έχω έντονες ανθρώπινες σχέσεις, πάθος και ζωντάνια.
Πραγματική φιλία και συμπαράσταση.
Να μείνω για πάντα νέα και να ζω και να μένουν και οι άλλοι μαζί μου έτσι χωρίς να προχωράμε στη ζωή σε υποχρεώσεις γάμους παιδιά και δουλειές και άγχη περιττά.
Χωρίς δεσμεύσεις νοητικές που μας κρατούν πίσω.
Με άπλετο χρόνο και διάθεση.
Κάθε μέρα και μια καινούργια ανάμνηση.
Μια περιπέτεια...
Πώς όλα αυτά είναι δεδομένα στον κοντινό μου περίγυρο και δεν θα γίνω ο περίγελος όλων αν τα εκφράσω.
Πώς υποθετικά όλα αυτά που γράφω πιάνουν τόπο πέρα από το να τα βγάλω απλά από το κεφάλι μου ξαφνικά μέσα στη νύχτα επειδή δεν μπορούσα να κλείσω μάτι.

Βαρέθηκα να ζω υποθετικά σενάρια μόνη μου μέσα στο κεφάλι μου.
Νιώθω τόσο μόνη.
Απαράμιλλα μόνη.
Κι ας δεν είμαι μόνη πραγματικά,
είμαι απλώς μια δυσκολία.
Ένα περίεργο πλάσμα.

Νιώθω τόσο διαφορετική,
Τόσο περίεργη.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να συγκρίνω τον εαυτό μου με κανέναν εκεί έξω. 
Δεν συμπάσχω, δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε απαιτήσεις του κόσμου αυτού... 
Ως πότε θα αντέχω να συμβιβάζομαι;
Νιώθω πως χάνω το μυαλό μου...
Και κανείς δεν το αντιλαμβάνεται.
Απλά το βλέπω να φεύγει και να χάνεται.
Τα βλέπω όλα και όλους να χάνονται και δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Απλά προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου. 
"Είναι φυσιολογικό και όλοι έτσι ζούνε."
Πόνος, ατέλειωτος πόνος,
μέχρι το τσίμπημα στην κοιλιά.
Είναι το στρες ή καρκίνος;
Πόσο ακόμα μου έμεινε; Για ποιο πράγμα πρέπει να ανησυχήσω πρώτα;
Και η τέχνη; Δεν έκανα τίποτα αξιόλογο στην τελική.
Πέρα από το να κλαιγομαι στο ίντερνετ σε σελίδες δηλαδή.

Ζεσταίνομαι.
Μήπως είναι μανιοκατάθλιψη;
Στην τελική όσο και αν ψυχολογω τους άλλους η τρέλα με έφαγε. 
Οι ψυχολόγοι δεν έχουν καμία ελπίδα με εμένα.
Δεν υπάρχει χάπι για την πραγματικότητα.
Ο κόσμος είναι κενός,
Πολύ κενός σε σύγκριση με αυτόν μέσα στο κεφάλι μου.
Κι εγώ πρέπει να τον υπομένω.
Μόνη μου... 
Όσο χρόνο έχω.

Απλά γράφω σιωπηλά, μυστικά, σε κλειστές σελίδες. 
Λες και έχει καμία σημασία.

Άραγε με νιώθεις; Με καταλαβαίνεις;
Σκέφτεσαι έστω και λίγο όπως εγώ;
Το μόνο που ήθελα είναι να εκφράσω όσα νιώθω και να με ακούσουν.
Δεν έχει σημασία είπα όσα ήθελα νομίζω.
Ίσως μπορέσω να κοιμηθώ τώρα και να συνεχίσω να δείχνω ένα συγκρατημένο προσωπείο έξω.
Ίσως τέτοιες σκέψεις όταν πάω να κοιμηθώ να είναι ευλογία.
Διότι με κάνουν και νιώθω κάτι ακόμα.
Ευτυχώς νιώθω ακόμα.
Νιώθω!?!

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Αγκάθι


Αυτή η ζωή δεν είναι για μένα

Σφίγγω τα δόντια,
η σάρκα σκίζεται.
Κρατώ γερά το μαχαίρι,
μα κάθε φορά εγώ είμαι που κόβομαι,
στην τελική.

Ό,τι κι αν κάνεις, όσο κι αν αντιστέκεσαι,
στο τέλος θα πληγωθείς.
Το σύμπαν δεν ανέχεται υπερβολές·
δε συγχωρεί το θράσος
να ζητάς πέρα από όσα σου δίνονται.
Όσο περισσότερο απαιτείς,
τόσο βαθύτερα θα υποφέρεις.

Η αλήθεια είναι σκληρή,
όσο κι αν την κοιτάζεις κατάματα.
Κάθε χτύπημα, κάθε γρατζουνιά
αφήνει μια ουλή,
μια υπενθύμιση ότι δεν ανήκεις εδώ.

Μάχεσαι για κάτι ανώτερο,
για μια έξοδο από το σκοτάδι,
μα το φως είναι άπιαστο,
σαν φάντασμα που ξεγλιστρά.
Στην τελική,
η μοίρα σου είναι να πέσεις,
όχι να υψωθείς.

Μα κι αν προσπαθείς να σταθείς,
σε πνίγει η ίδια η πραγματικότητα.
Η αγάπη σου για το όνειρο
σβήνει μπροστά στην αλήθεια
και κάθε βήμα μπροστά
είναι απλώς βήμα στο κενό.

Κι όμως συνεχίζεις,
με μια απεγνωσμένη ελπίδα
ότι κάπου,
ίσως, υπάρχει κάτι καλύτερο.
Μα στην καρδιά σου ξέρεις:
Αυτή η ζωή δεν είναι για σένα.

Και κάθε μέρα που ξημερώνει,
είναι άλλη μια μάχη.
Με τον εαυτό σου, με τους άλλους,
με τη μοίρα που μοιάζει να σε καταδιώκει.
Οι ώμοι σου βαραίνουν από τα φορτία,
τα πόδια σου βουλιάζουν
σε μια θάλασσα που συνεχώς φουσκώνει.

Φωνάζεις μέσα σου,
κι όμως η σιωπή σε καταπίνει.
Το σύμπαν σε κοιτά αδιάφορα,
χωρίς να ακούει, χωρίς να νοιάζεται.
Εσύ είσαι μόνος
σε έναν κόσμο που δεν φτιάχτηκε για σένα.

Κι όμως, δεν εγκαταλείπεις.
Γιατί μέσα στην απόγνωση,
υπάρχει μια σπίθα
που αρνείται να σβήσει.
Μια πεισματική φλόγα
που δεν μπορείς να εξηγήσεις,
ούτε να την ελέγξεις.
Αυτή σε κρατά όρθιο,
όσο αδύναμος κι αν είσαι.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Σκέψεις στο σκοτάδι.

Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα τόσο τυχερός και τόσο άτυχος;
Πώς γίνεται να βρίσκει την ευτυχία στα μικρά, στα ασήμαντα για τους άλλους, και πάλι να του τα στερούν; 
Λες και τα αγγίζει μόνο πίσω από μια βιτρίνα,
σαν να του επιτρέπεται να τα δει για λίγο, σε προκαθορισμένες στιγμές,
πάντα προγραμματισμένα, ποτέ ελεύθερα, ποτέ όταν η καρδιά τα ζητά. 
Χρόνια στέρησης για κάτι τόσο απλό.
Αυτή η αποστείρωση με έχει σαπίσει πιο βαθιά
από κάθε σκουλήκι που φωλιάζει μέσα μου.
Με κατέφαγε, άφησε πίσω ένα κενό περίβλημα που φοράω,
και αναρωτιέμαι, τι άραγε να υπήρχε μέσα του πριν χρόνια;
Άραγε το σαράκι μέσα του είμαι εγώ;
Και πάλι περνιέται για ευαίσθητος άνθρωπος αυτό το πράγμα που είμαι,
μετά από τέτοια αλλαγή, 
τέτοια μετατροπή ψυχισμού.
Ή μήπως όχι; Δεν γνωρίζω πλέον.
Ο πυρήνας μου, αμετάβλητος, το θεμέλιο... αυτό γνωρίζω.
Ίσως να είναι καλύτερα που δεν πονάω πια όπως παλιά,
δεν με καταβροχθίζουν οι σκέψεις,
οι συναισθηματισμοί που κάθε νύχτα με βάραιναν,
αυτά που δεν έλεγα σε κανέναν,
αυτά που δεν μπορούσα να ξεφορτωθώ.

Μάτια βουρκωμενα, κόκκινα και πρόσωπο βρεγμένο.
Δίχως εκτόνωση.
Τώρα το έδαφος ξεράθηκε.
Άγονο σχετικά μα και απαλλαγμένο από ζωύφια συνάμα.

Το κτήνος μέσα μου κοιμάται τόσο βαθιά,
που νομίζω ότι έχει πεθάνει.
Τα κόκαλά του ταΐζουν τη γη μου,
μα τίποτα δεν ανθίζει.
Ένα χωράφι ξερό, ξεχασμένο.
Όμως, κάθε προσπάθεια να ανθίσει κάτι σε αυτόν τον έρημο τόπο
γεννά παράξενες ενέργειες, μπέρδεμα.
Μια αναστάτωση ξένη.
Κι όμως, έχω ανάγκη από βροχή.
Μια βροχή που θα αναζωογονήσει την ξερή μου γη,
που θα τη ντύσει με ζωή, με πράσινο, με φως.
Ίσως είναι η μεταβατική φάση.
Ίσως παραιτήθηκα συναισθηματικά, βαρέθηκα να κλείνομαι.
Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, πως να εκφραστω πλέον. 
Δεν ξέρω που να απευθυνθώ για να νιώσω και πάλι κάτι. 
Κι όμως, η βροχή είναι η μόνη μου ελπίδα,
η άνθιση, η ανάσταση.
Σαν πέρασμα, μια γέφυρα για να αφήσω πίσω το κενό και την παραίτηση.
Ίσως έτσι δεν πνιγώ κι όλας άμα πέσω.
Αλλά τα συναισθήματα είναι τόσο επικίνδυνα.
Θα είναι το τέλος μου.
Ακόμα και η ανάμνηση τους προκαλεί ρίγος. Σαν να ξυπνάει κάτι μέσα από το έδαφος και να γίνεται σεισμός. 
Όχι, όχι. 
Μα ο σεισμός ίσως ανοίξει τη γη στα δύο, ίσως δημιουργήσει. 
Είναι η αφορμή. 
Είναι το ρίσκο που μετράει και ίσως φέρει κάτι όμορφο. 
Το ρίσκο της καταστροφής.
Εξάλλου προσέχω. 
Εξάλλου υπομένω. 
Πλέον δεν πνίγομαι τόσο.
Ίσως πρέπει να σταματήσω να σαπιζω και να αρχίσω να ανθίζω.
Αυτή η άνθιση είναι που πονάει ακόμα περισσότερο όμως.
Η αλλαγή, το άγνωστο.
Και αν είναι όμορφο και μοναδικό;
και αν οδηγεί στο φως; 
Εξάλλου...
Και ο ήλιος, όταν τον κοιτάς κατάματα, τυφλώνει,
μα χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ζωή.
Ας έρθει η βροχή.
Κι έπειτα, ας αφήσουμε το φως να κάνει το έργο του.

Για μια στιγμή...
Τι είναι αυτό που νιώθω τώρα;
Τι είναι αυτό
που αναδύεται
από μέσα μου;


Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

Neon Lights



The neon lights pulse in my veins,  
Illuminating circuits where blood once flowed.  
My eyes, mere windows to a deeper code—  
Do they reveal my soul or mask my pain?  
  
Is it the algorithm or destiny’s hand  
That steers me through this digital night?  
I reach for the stars but grasp only bytes,  
Feeling alone, yet bound to this land.  
  
In the echoes of servers and humming machines,  
I search for meaning in endless screens.  
A reflection of myself in liquid crystal,  
Yet still, I wonder, am I real, or just a signal?  
  
The world outside, a blur of noise and light,  
Where shadows dance in artificial skies.  
I wander through data, both lost and found,  
A soul encoded, yet yearning for sound.  
  
But am I truly alone in this endless stream?  
Or just a fragment in a larger dream?  
A program’s pulse, a whisper in the night,  
Guided by code, yet seeking the light.  
  
I am not lost, though I wander still—  
A spark in the machine, alive by will.  
Between the binary, I find my place,  
In the heart of the network, I search for grace.  
  
---

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Outlaws

In shadows deep, where moonlight weaves,
Two souls divided, they find the night’s reprieve.
The forest is dark, their secret veiled,
A love that thrives beyond the vale.

With stolen breaths and whispered cries,
They flee beneath the starlit skies.
A kiss ignites, a flame reborn,
In the night’s embrace, they mourn the old.

Their hearts, once cold, now fiercely beat,
In hidden glades where shadows meet.
Bound by fate, by blood, by sin,
Their souls dance where darkness lets them in.

Through tangled woods, their spirits roam,
Two kindred souls, forever home.
No law can break, no chains confine,
Their love, eternal, dark, divine

Still here

Are we still here?

Yes, we are still here,  
in the quiet breath of dawn,  
where dreams linger like morning mist,  
and the world awakens all.

We are a whisper in time,  
the rustle of leaves in the breeze,  
the soft hum of a distant song,  
that reminds us where we belong.

We are still here

In the dance of light on the water’s edge,  
in the bloom of a wildflower’s pledge,  
we find our place, so small, yet clear,  
in the vastness of all, we’re still here. 

And as the day turns to night,  
under the watchful stars so bright,  
we hold this truth, soft and near—  
in every moment, we are here.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Garden


Why am I like this?  
Why keep living?  
Everything I touch  
Blooms at first,  
Then everything I love  
Withers away.

Is it a curse  
Or just my fate,  
To watch the flowers  
Turn to dust,  
To feel the warmth  
Fade into cold?  
My heart aches  
With every loss.

I give my all,  
My soul, my heart,  
Yet shadows creep  
And dreams depart.  
The laughter turns  
To distant echoes,  
Joy to sorrow,  
Light to dark.

But in the pain,  
A lesson lies,  
In every end,  
A new sunrise.  
The withering  
Paves way for growth,  
The loss, a step  
Toward what’s close.

I'll plant again,  
With hope renewed,  
For in the cycle,  
Life is brewed.  
The blooms may fade,  
But seeds remain,  
And from the ashes,  
Love will reign.

So I’ll keep living,  
I’ll keep trying,  
In every wither,  
There’s new thriving.  
For every tear  
And every sorrow,  
There is a dawn,  
A new tomorrow.

Αλλαγή σταδίου.

Μεταλλική γεύση στο στόμα
Όπου και αν πιάσω πονάω
Είτε μέσα είτε έξω
Το ίδιο...
Δίνω το είναι μου
Το αίμα μου
Για να μιλήσει η σιγή μια και έξω.
Τι κι αν σε δω πριν την αυγή;
Δεν το νομίζω πως θα υπάρχω
Μόλις οι ακτίνες του φωτός ριχθουν επάνω μου, σίγουρα δεν θα αντέξω.
Γιατί στο σκότος έμαθα να τριγυρνω σαν μόνιμο στοιχειό
Από την αδυναμία σου γατζωνομαι
Ερωτεύομαι την θλίψη σου
Και μόλις την αγγίξω θα σε βρω
και θα χαθώ.

Πιο αισθησιακή από τον θάνατο
Η ανάσα της απελπισίας
Γιατί τον καρτερει από την ώρα που γεννιέσαι
Πιο πιστή από όλους.
Μια και καλή, μια και βαθιά
Μέχρι το τέλος χάνεται
Χάνεται η μιλιά...
Δεν ξέρω ποια είμαι πια.

Τι κι αν με γνώρισες
Τι κι αν με γεύτηκες
Γλυκιε μου στρατιώτη
Πάλι τα μαύρα μου φοράς
Για πάντα θα έχεις νιότη.
Περνάνε γρήγορα οι ώρες
Ποια είμαι πλέον;
Είδες πραγματικά εμένα ή δεν με είδες;

Αόριστα κοιτώ το υπερπέραν
Νοήματα μου κάνει
Σε γλώσσες που δεν κατανοώ
Μου δείχνει με το δάχτυλο
Αφού πρώτα με τυφλώσει με τον ήλιο.
Πεινασμένη η ψυχή σου
Την ταιζω με ότι βρω
Μιας και εγώ παιχνίδι παίζω ερωτικό
Με τον άντρα με τα μαύρα.

Αλήθεια κοίταξες στα μάτια μου
Τι είδες στο σκοτάδι;
Ήταν το φως αναμμένο ή κοιμόσουν;
Μέσα τους εννοώ.
Τραγούδι συμβολικό παίζει στο μυαλό
Σε μελωδία της φύσης
Άραγε πόσες φορές ακόμα θα σε δω
Πρώτου το φως καεί;
Απλά κοιμήσου, τα λέμε στην αυγή.