Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Φτερουγίσματα ακούγονταν στο δρόμο εκεί στην πόλη.
Και κορμιά που κυλούσαν σαν να είναι στο ποτάμι στάλες, άπειρες, μικρές.
Είτε ήλιος, είτε σύννεφα, είτε νύχτα καλωσόριζε το μέρος
το ίδιο γκρι θα είχε σε όλων των ειδών τα μάτια.
Τα πουλιά δεν φτερούγιζαν πάντως σε μολυσμένους ουρανούς.
Μονάχα οι ψυχές πάλλονταν ζωή να αντικρίσουν.
Ψυχές χωρίς ονόματα, χωρίς χρώματα, κλεισμένες σε κλουβιά
για την ανάγκη της επιβίωσης.
Κλουβιά στον θώρακα τα κόκαλα, ανατομικά φτιαγμένοι να είναι σκλάβοι,
σε ένα δοχείο σάρκας και απάτης.
Ο δρόμος άδειαζε το βράδυ.
Την θέση πήρε η αυταπάτη.
Λιγόστεψαν
τα λόγια.
Μόνος έμεινα.
Και πάλι.

Κρατώντας τον κόμπο στο λαιμό μου φυλαχτό,
είτε κατάρα, είτε ασπίδα να με σφίγγει δυνατά.
Έπαψα να ψάχνω το οτιδήποτε.
Έπαψα να προσδοκώ συμπεριφορές και προσφορές.
Ανθρώπους λέει να μην κατηγορείς,
μονάχα τις δικές σου προσδοκίες
με λύσσα να καταδικάζεις.

Μου τελειώσαν όλες οι κουβέντες
Περπατώ και οι σκέψεις μου δεν ακούγονται πλέον
σαν φτερούγισμα, μέσα στο κεφάλι μου να ηχούν.
Δεν κυλάνε σαν να είναι στο ποτάμι πια τα λόγια
μέσα στο μυαλό μου.
Μονάχα η σιωπή
που η ίδια ξέρει να μιλά, να λέει πιο πολλά.
Η ιστορία που κρατάω είναι βαριά και με κουράζει
ακόμα και στο να διηγηθώ
δεν το αντέχω.
Μα θα έχω χρόνο μέσα σε μια ζωή στο έδαφος θα είναι όλοι,
δεν θα φύγουν.

Μα πως να κατακτήσω σκλάβους.
Πώς να τους βάλω στο κλουβί μου αν είναι ήδη σε κουτί.
Μαύρα λόγια οι σκηνές, μαύρες οι ελπίδες.

Και για στάσου.
Φτερουγίζει πάλι, να το.
Στο άκουσμα της θέλησης
και της πίστης
τα πουλιά πετάνε και πάλι μέσα στην πόλη της καρδιάς σου.
Μέσα στο κλουβί του παραδείσου σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου