Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Νύχτωσε

Και ξάφνου σιγή και πάλι.
Οι φωνές σταμάτησαν.
Είχε νυχτώσει ήδη.
Που ξέρεις πως οι δρόμοι οδηγούν σπίτι;
Και που ξέρεις αν οι πηγές σου είναι αξιόλογες;
Ίσως είναι γραφτό να τριγυρνάς μέχρι το τέλος
μόνος
σε διαδρόμους
σαν στοιχειό.

Γονατισμένες υποκλίνονται οι αμαρτίες
Ενώ η πλάνη απατά τις διαισθήσεις.
Έβρεχε δυνατά μα κανένας δεν υπήρχε
για να δει την ομορφιά της
για να βραχεί από το πέπλο της
και να μην νοιάζεται για τίποτα πέρα από αυτό και μόνο
καθώς στολίζει απαλά τα μαύρα τα μαλλιά της.

Και ήταν γραφτό που ήταν άδειοι οι δρόμοι
περπατώντας άκουγες φωνές και ουρλιαχτά
ψιθύρους του ανέμου
μα μόνη ήμουν και πάλι περπατώντας
και αν όλα παν καλά;
Και αν τα δεύτερα που χάθηκαν
μέχρι το τέλος μιας παραγράφου άξιζαν τη θυσία τους;
Τρομαγμένα μάτια στο σκοτάδι
αυτοί που μεγαλώνουν στα κλουβιά σου λέει
πιστεύουν πως το πέταγμα είναι λάθος.

Και ο άνεμος φυσούσε τις πληγές μας μακριά
τις πάγωνε στο χρόνο
σε σχήματα αναμνήσεων.

Μα ο άνεμος δεν με κρυώνει πια
δεν με κρυώνει.
Φίλος με την μοναξιά
μου κρατούνε συντροφιά
ρίχνοντάς μου χιόνι.

Απόμακρη και αδίστακτη η ιδέα του αύριο,
στέκει με οργή κοιτάζοντας
κάποτε ίσως να την ξεπεράσω.
Κάποτε ίσως να την διώξω μακριά
τουλάχιστον, να φύγει και αυτή χαρούμενη.
Γεμάτη να είναι με κάτι
Τουλάχιστον να νιώθει ακόμα κάτι.

Και ας άλλαξε η μορφή της μες στο κρύο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου